Το Μακρυχώρι στέκει εκεί όπου η Θεσσαλική γη στενεύει πριν παραδοθεί στα Τέμπη, σαν να παίρνει βαθιά ανάσα πριν ανοίξει τον μεγάλο δρόμο προς τον βορρά. Χτισμένο στους πρόποδες της ανατολικής Καρακόπετρας, αντικρίζει κατάματα την κορυφή του Κισσάβου και απλώνεται ήσυχα σε υψόμετρο εκατόν δέκα μέτρων, δεκαοχτώ μόλις χιλιόμετρα από τη Λάρισα και λίγα βήματα πριν από το ιερό πέρασμα της κοιλάδας. Δίπλα του περνά σήμερα η εθνική οδός, μα ο τόπος κουβαλά δρόμους πολύ παλαιότερους, χαραγμένους από στρατούς, καραβάνια, πρόσφυγες και ανθρώπους που αναζητούσαν μια ρίζα για να σταθούν.
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το Μακρυχώρι δεν ήταν ένα χωριό ενιαίο, αλλά μια διάσπαρτη μνήμη από μικρούς οικισμούς το Προσήλιο, το Βερνέρι, το Ραχμάνι, το Καρασλάρ που σήμερα σώζονται μόνο ως ερείπια και ψίθυροι στο χώμα. Τότε λεγόταν Οτμανλί ή Ουτμαντά και ανήκε στα τσιφλίκια του Αλή Πασά, ενός κόσμου όπου η γη είχε αφέντες και οι άνθρωποι βάρος. Το ελληνικό στοιχείο ήταν λιγοστό. Οι Έλληνες από τα γύρω ορεινά χωριά κατέβαιναν για να δουλέψουν ως χουσμικιάρηδες, υπηρέτες και τεχνίτες, ραφτάδες, σαμαράδες, χτίστες, άνθρωποι της ανάγκης και της υπομονής. Οι μαρτυρίες μιλούν για έναν τόπο κλειστό, σκληρό, όπου οι γυναίκες σκέπαζαν το πρόσωπο και τα παιδιά κοιτούσαν με απορία τον ξένο, κι όμως κάτω από αυτή τη σιωπή κυοφορούνταν το αύριο.
Με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα το 1881, το Μακρυχώρι βρέθηκε ξαφνικά στο σύνορο του ελληνικού κράτους. Από το 1881 έως το 1912, βόρεια του χωριού, στις νότιες πλαγιές του Ολύμπου, χαράχτηκε η γραμμή που χώριζε δύο κόσμους. Η Καρακόπετρα γέμισε οχυρωματικά έργα, στρατώνες, πολυβολεία και δρόμους απ’ όπου ο στρατός ανέβαζε άρματα και εφόδια, και το χωριό έγινε πέρασμα και σταθμός, τόπος αναμονής και φόβου, αλλά και ελπίδας. Ο πόλεμος του 1897 έφερε ανατροπές και έτσι οι Τούρκοι κάτοικοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τον τόπο, να πουλούν τις περιουσίες τους στους παλιούς χουσμικιάρηδες, ακόμη κι αν είχαν ήδη περάσει τα σύνορα. Έτσι, το Μακρυχώρι άρχισε να αλλάζει πρόσωπο.
Σαρακατσάνοι και Βλάχοι που διαχείμαζαν στην περιοχή, Ζαγορίτες, Καλαρρυτηνοί, Κουπατσαραίοι, Καραγκούνηδες, Πελοποννήσιοι και άνθρωποι από τα γύρω χωριά έφεραν μαζί τους διαφορετικές διαλέκτους, έθιμα και μνήμες και τα έπλεξαν σε μια κοινή ζωή. Το χωριό έγινε ένα μωσαϊκό ανθρώπων που έμαθαν να ζουν μαζί, να δουλεύουν τη γη, να ριζώνουν σε έναν τόπο που μέχρι τότε ήταν πέρασμα. Στους Βαλκανικούς Πολέμους, το Μακρυχώρι αποτέλεσε βασικό δρόμο ανεφοδιασμού του ελληνικού στρατού, και οι παλιοί στρατιωτικοί δρόμοι στην Καρακόπετρα θυμίζουν ακόμη εκείνες τις μέρες που η Ιστορία περνούσε με βήμα βαρύ.
Ο εικοστός αιώνας άφησε βαθιά σημάδια. Πολλοί νέοι του χωριού στρατολογήθηκαν στον Μακεδονικό Αγώνα και στη Μικρασιατική Εκστρατεία κάποιοι γύρισαν, άλλοι έμειναν για πάντα εκεί που τους βρήκε η μοίρα. Στον πόλεμο του ’40 και στην Κατοχή, σχεδόν όλη η νεολαία βρέθηκε στην Αντίσταση, με σαμποτάζ, συγκρούσεις, πράξεις θάρρους και απώλειες. Μαύρη σελίδα έγραψε η μεταπολεμική περίοδος, όταν παρακρατικές οργανώσεις σκόρπισαν τον θάνατο και, τον Αύγουστο του 1946, πάνω από είκοσι οικογενειάρχες χάθηκαν, αφήνοντας πίσω χήρες και ορφανά, ένα χωριό βουβό από πένθος.
Κι όμως, το Μακρυχώρι άντεξε. Κάτω από τα πόδια του, η γη αποκάλυψε ακόμη παλαιότερα μυστικά μια διπλή αμυντική τάφρος της Νεολιθικής εποχής, χαραγμένη γύρω από προϊστορική τούμπα, δίπλα στον σύγχρονο κόμβο, σαν να υπενθυμίζει πως ο άνθρωπος διάλεξε αυτό το σημείο για να προστατευτεί και να ζήσει από τα βάθη του χρόνου. Σήμερα το Μακρυχώρι κρατά ζωντανή την ψυχή του μέσα από τις μνήμες, τις πλατείες και τα πανηγύρια του. Στου Αγίου Θωμά, πολιούχου του χωριού, η εκκλησία γεμίζει, η πλατεία ζωντανεύει, το τραγούδι και ο χορός ενώνουν τις γενιές και ο Σύλλογος Γυναικών προσφέρει γεύσεις που μυρίζουν παλιά σπίτια και γιορτές άλλων εποχών.
Το Μακρυχώρι δεν είναι απλώς ένας οικισμός δίπλα στα Τέμπη. Είναι τόπος περαστικός που έγινε πατρίδα, σύνορο που έγινε ρίζα, χωριό που έμαθε να ζει με την Ιστορία να περνά από μπροστά του και να αφήνει σημάδια. Ένας τόπος που δεν ξέχασε, αλλά έμαθε να θυμάται και να συνεχίζει.






















