Στους πρόποδες της Όσσα (Κίσσαβος), εκεί όπου η πεδιάδα ανοίγει σαν ήρεμη αγκαλιά, απλώνεται η Δήμητρα Αγιάς. Ένας τόπος χαμηλός στο ύψος, μα βαρύς από μνήμη, σαν να κουβαλά μέσα του περισσότερα απ’ όσα αφήνει να φανούν.
Τα πρωινά, η υγρασία της γης ανεβαίνει αργά στον αέρα, και όλα μοιάζουν να κινούνται σε έναν ρυθμό παλιό, σχεδόν ξεχασμένο. Δεν είναι μόνο η σιωπή της υπαίθρου μα είναι οι ψίθυροι των ανθρώπων που έζησαν εδώ, που περπάτησαν τους ίδιους δρόμους, που άφησαν πίσω τους κάτι αόρατο, μα αισθητό.
Κάποτε το χωριό λεγόταν Τσούξανη, όνομα σκληρό, δεμένο με τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Με τον καιρό, όμως, το όνομα άλλαξε, και έγινε Δήμητρα, σαν να ήθελε ο τόπος να μαλακώσει, να θυμηθεί την αρχαία του ρίζα, να συνδεθεί ξανά με τη γη και τη γονιμότητα.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, άνθρωποι από την Ανατολική Ρωμυλία ήρθαν και ρίζωσαν εδώ. Έφεραν μαζί τους μνήμες δύσκολες, μα και πείσμα για ζωή. Έχτισαν σπίτια, άναψαν φωτιές, γέμισαν τον τόπο φωνές και τραγούδια. Έτσι, η Δήμητρα έγινε κάτι περισσότερο από ένας οικισμός έγινε καταφύγιο και νέα αρχή.
Πίσω από τον ναό του Αγίου Νικόλαου του Φονιά, εκεί που ο δρόμος στενεύει και στρίβει σαν να σέβεται το παρελθόν, υψώνονται δύο λόφοι. Οι παλιοί τους αποκαλούν ακόμη Δίδυμους, όπως τους μνημόνευσε ο Ησίοδος. Σε έναν από αυτούς, λένε, βρισκόταν η αρχαία Λακέρεια, πόλη που υμνήθηκε από τον Πίνδαρο και συνδέθηκε με τους μυθικούς Φλεγύες.
Εκεί, μέσα στην αχλή του μύθου, γεννήθηκε σύμφωνα με την παράδοση ο Ασκληπιός, ο θεός της ίασης. Σαν να διάλεξε αυτόν τον ήσυχο τόπο για να φέρει στον κόσμο τη θεραπεία, εκεί όπου η φύση παραμένει ακόμα ζωντανή και αληθινή.
Η ιστορία του Αγίου Νικολάου του Φονιά παραμένει από τις πιο παράξενες και ζωντανές αφηγήσεις του τόπου. Λένε πως το φως της στέγης του ναού τύφλωσε ένα άλογο, και ο αναβάτης του κινδύνεψε να χαθεί. Από φόβο ή οργή, ο ναός γκρεμίστηκε, και στη θέση του υψώθηκε χάνι. Ομως, η μνήμη δεν χάθηκε αλλά έμεινε στο χώμα, στα θραύσματα, στις ιστορίες που επιμένουν να λέγονται.
Λίγο πιο έξω από το χωριό, μια μαγούλα στέκει σιωπηλή. Στην κορυφή της, ένας αρχαίος τύμβος φυλά τα ίχνη ανθρώπων που έζησαν πριν από αιώνες. Ο χρόνος πέρασε, μα δεν τους πήρε εντελώς μαζί του κάτι από αυτούς παραμένει, σαν ανάσα μέσα στη γη.
Στο κέντρο της Δήμητρας, το παλιό σχολείο στέκει ακόμη, χτισμένο στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι τοίχοι του έχουν απορροφήσει φωνές παιδιών, όνειρα, αγωνίες και ελπίδες. Εκεί γράφτηκαν μικρές ιστορίες που έγιναν, με τον καιρό, κομμάτι της μεγάλης ιστορίας του τόπου.
Η Δήμητρα δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Δεν υψώνει τη φωνή της. Σου αποκαλύπτεται σιγά, όπως ανοίγει ένα παλιό βιβλίο και αν σταθείς για λίγο, αν ακούσεις προσεκτικά, θα νιώσεις πως εδώ ο χρόνος δεν έφυγε ποτέ πραγματικά. Απλώς έμαθε να στέκεται ήσυχα, δίπλα στους ανθρώπους και στις μνήμες τους.


























