Θεσσαλία: Οινοποιείο Κοντοζήση, μια οικογένεια που καλλιεργούσε αξίες πριν καλλιεργήσει αμπέλια

Επισκεφθήκαμε πρόσφατα τη Λίμνη Πλαστήρα και, παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής προς την Αθήνα, αποφασίσαμε να κάνουμε μια στάση στο Οινοποιείο Κοντοζήση. Από το προηγούμενο ταξίδι μας στην περιοχή θέλαμε να γνωρίσουμε από κοντά την οικογένεια που έχει συνδέσει το όνομά της με τη βιολογική αμπελουργία και την αναβίωση της Λημνιώνας, της εμβληματικής ποικιλίας της Θεσσαλίας, όμως τότε δεν τα είχαμε καταφέρει. Αυτή τη φορά νιώθαμε πως είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή. Καθώς οργανώναμε τη συνάντησή μας, ανακαλύψαμε ότι πίσω από τους αμπελώνες κρύβεται ακόμη μία ιστορία: μια οικογενειακή ταβέρνα στην Καρδίτσα, άρρηκτα δεμένη με την πορεία του οινοποιείου και των ανθρώπων του.

Η επίσκεψή μας στο οινοποιείο Κοντοζήση έγινε αφορμή να μάθουμε όλη την ιστορία της οικογένειας που το δημιούργησε. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Μέσα μας, ξέραμε ότι θα συναντούσαμε ανθρώπους αγνούς, που έχουν δημιουργήσει το βιός τους με καθημερινή προσπάθεια και επιμονή. Γνωρίζαμε ήδη ότι οι αμπελώνες τους εκτείνονται σήμερα σε περίπου 140 στρέμματα, όμως ήταν προφανές ότι αυτή η διαδρομή δε χαράχτηκε από τη μια μέρα στην άλλη. Και αυτό είναι εξάλλου κάτι που πάντα μάς γοητεύει: μια ιστορία γραμμένη από ανθρώπους που προχωρούν κόντρα στο ρεύμα, παίρνουν ρίσκα και δημιουργούν βήμα-βήμα, χωρίς βεβαιότητες και χωρίς έτοιμες συνταγές επιτυχίας. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Μια όμορφη πορεία

Το 1991 η οικογένεια Κοντοζήση αποφάσισε να ξεκινήσει ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή τους, με δύο βασικές δραστηριότητες. Η πρώτη αφορούσε τη δημιουργία μιας ταβέρνας που ανέλαβε η κυρία Ολυμπία, μητέρα της οικογένειας.

Η ταβέρνα της οικογένειας, την οποία έχει αναλάβει η κυρία Ολυμπία. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Παράλληλα, ο πατέρας Γιώργος, ξεκίνησε την αμπελουργική δραστηριότητα του, μαζί με τους δυο γιους του. Η επιθυμία του ήταν να φτιάξει κρασί για τις ανάγκες της ταβέρνας. Έτσι, αγόρασε τον πρώτο αμπελώνα με Ροδίτη, τον μοναδικό αμπελώνα που αγοράστηκε ποτέ, ο οποίος εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα.  Όλα τα υπόλοιπα αμπέλια φυτεύτηκαν σταδιακά μέσα στις επόμενες δεκαετίες.

Ο πρώτος αμπελώνας της οικογένειας αγοράστηκε με σκοπό να καλυφθούν οι ανάγκες της ταβέρνας για κρασί. Τα πράγματα, όμως, εξελίχθηκαν πολύ διαφορετικά. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

«Η ανάπτυξη έγινε χρόνο με τον χρόνο, με συνεχείς φυτεύσεις», μας εξήγησε η Αφροδίτη Τούσια- Μπέκερ, η σύντροφος του Αντρέα, ενός από τους γιους, η οποία συμμετέχει ενεργά στο οινοποιείο.

Η Αφροδίτη Τούσια-Μπέκερ, σύντροφος του Ανδρέα Κοντοζήση, μας εξιστόρησε την πορεία του οινοποιείου με το οποίο ασχολείται πλέον και η ίδια.

Και συνέχισε: «Η εικόνα μιας οργανωμένης οινοποιητικής μονάδας απέχει πολύ από την πραγματικότητα των πρώτων χρόνων. Οι πρώτες οινοποιήσεις γίνονταν σε χτισμένες δεξαμενές μέσα στην αυλή του σπιτιού. Εκεί παράγονταν τα κρασιά που προορίζονταν κυρίως για την οικογενειακή ταβέρνα».

Οι πρώτες οινοποιήσεις γίνονταν σε δεξαμενές στην αυλή του σπιτιού. Πλέον, οι εγκαταστάσεις του οινοποιείου είναι υπερσύγχρονες και η παραγωγή έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Ο Γιώργος Κοντοζήσης δούλευε μαζί με τους δύο γιους του, τον Ανδρέα και τον Πέτρο. Τα παιδιά ήταν μόλις δεκαπέντε ετών όταν μπήκαν ενεργά στη δουλειά. Δεν υπήρχε σαφής διαχωρισμός ρόλων. Και οι δύο συμμετείχαν τόσο στην καλλιέργεια όσο και στην οινοποίηση.

Οι αμπελώνες Κοντοζήση ήταν πάντα οικογενειακή υπόθεση και τα πάντα γίνονται με τα χέρια, χωρίς μηχανήματα. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Το πρώτο οργανωμένο οινοποιείο άρχισε να κατασκευάζεται μετά το 2000 μέσα από αναπτυξιακό πρόγραμμα που αξιοποίησαν τα δύο αδέλφια. Μέχρι το 2008 οι εγκαταστάσεις είχαν ολοκληρωθεί και η παραγωγή είχε αποκτήσει πλέον άλλη διάσταση. Έναν χρόνο αργότερα, το 2009, η οικογένεια δέχθηκε ένα βαρύ πλήγμα. Ο Πέτρος Κοντοζήσης έφυγε ξαφνικά από τη ζωή και από εκείνο το σημείο και μετά ο Ανδρέας συνέχισε μόνος το έργο που είχαν ξεκινήσει.

Ο Ανδρέας Κοντοζήσης, γιος του Γιώργου, έχει αναλάβει πλέον τα ηνία του οινοποιείου. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Για να καταλάβουμε, όμως, καλύτερα το Οινοποιείο Κοντοζήση, ζητάμε από την Αφροδίτη να μας πει λίγο την ιστορία του κυρίου Γιώργου, ο οποίος ουσιαστικά έβαλε το πρώτο λιθαράκι σε όλο το εγχείρημα.

«Ο πεθερός μου, Γιώργος Κοντοζήσης, κατάγεται από την Πυρσόγιαννη Ιωαννίνων, έναν τόπο γνωστό για τους μαστόρους της πέτρας. Ο πατέρας του σκοτώθηκε στον πόλεμο λίγο μετά τη γέννησή του. Μεγάλωσε ουσιαστικά μόνο με τη μητέρα του, η οποία εγκαταστάθηκε στην Καρδίτσα, όπως συνέβη με πολλές οικογένειες μαστόρων από τα Ζαγοροχώρια και τα Μαστοροχώρια της Ηπείρου. Η οικοδομή έγινε η δουλειά του. Και δεν είναι τυχαίο ότι το κτίριο της ταβέρνας αλλά και σημαντικό μέρος των εγκαταστάσεων που στεγάζουν σήμερα το οινοποιείο χτίστηκαν από τα ίδια τα χέρια της οικογένειας. Από εκείνον αλλά και τα παιδιά».

Ο Γιώργος Κοντοζήσης με καταγωγή από τα Ιωάννινα. Μεγάλωσε στην Καρδίτσα και, ως οικοδόμος, έχτισε την ταβέρνα αλλά και κάποιες από τις εγκαταστάσεις του οινοποιείου μαζί με τους γιους του. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Η Αφροδίτη συνεχίζει την αφήγησή της και καταλαβαίνουμε ότι αυτό που καθόρισε την πορεία της οικογένειας ήταν η φιλοσοφία ζωής που είχε. Μια οικογένεια βαθιά επηρεασμένη από αξίες συλλογικότητας, λιτότητας και αυτάρκειας. «Δεν ήταν άνθρωποι που είχαν σχέση με την υπερκατανάλωση ποτέ. Ζούσαν με απλά πράγματα, αληθινά», μας λέει και έτσι μας αποκαλύπτει το DNA και της ταβέρνας, η οποία λειτουργούσε περισσότερο σαν μια διευρυμένη σπιτική κουζίνα παρά με μια στενά επαγγελματική λογική.

Η ταβέρνα Κοντοζήση, απλή και αληθινή, ακριβώς όπως και οι ίδιοι οι άνθρωποί της. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Αληθινό φαγητό με ντόπια προϊόντα

Η Ολυμπία ανέκαθεν μαγείρευε απλά φαγητά από την παραδοσιακή, ντόπια κουζίνα όπως έκανε και στο σπίτι της. Αυθεντικές γεύσεις που το χαρακτηριστικό τους ήταν η άριστη ποιότητα των πρώτων υλών, οι περισσότερες από τις οποίες ερχόντουσαν από τα κτήματά τους.

Ο Γιώργος διατηρούσε τον δικό του μπαξέ. Καλλιεργούσε ντομάτες, πιπεριές, κολοκύθια και ό,τι άλλο μπορούσε. Και για τα υπόλοιπα υλικά, όμως, δεν απομακρυνόταν από αυτή τη φιλοσοφία. Τα αβγά και τα κοτόπουλα προέρχονταν από γείτονες, τα κρέατα έρχονταν επί δεκαετίες από έναν κουμπάρο της οικογένειας που διατηρούσε χοιροτροφείο στην περιοχή και, δυστυχώς, δέχτηκε μεγάλο πλήγμα από τον «Ντάνιελ» λόγω του οποίου ακόμη οι ντόπιοι μετράνε απώλειες.

Από τα χέρια της Ολυμπίας βγαίνουν τα πιο απλά αλλά συγκλονιστικά νόστιμα πιάτα. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Ουσιαστικά, η Ολυμπία και ο Γιώργος ακολουθούσαν τη λογική farm-to-table πολύ πριν γίνει μόδα, απλά και μόνο γιατί ταίριαζε απόλυτα στις αξίες τους. Δεν ήταν, βέβαια, μόνο αυτό: «Η αλήθεια είναι ότι δε θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς», μας λέει η Αφροδίτη. «Οικονομικά οι άνθρωποι δεν είχαν τη δυνατότητα να αγοράζουν τα πάντα από την αγορά. Χρησιμοποιούσαν αυτά που παρήγαν οι ίδιοι».

Η ταβέρνα αναπτύχθηκε μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Μάλιστα, στα πρώτα χρόνια λειτουργίας της εξυπηρετούσε καθημερινά δεκάδες μαθητές των τεχνικών σχολών της περιοχής, οι οποίοι διέμεναν στις εστίες αλλά δε διέθεταν χώρο σίτισης. Έτσι, για πολλά παιδιά από τα χωριά της Θεσσαλίας, το καθημερινό φαγητό προέρχονταν από τα χρυσά χέρια της κυρίας Ολυμπίας.

Η Ολυμπία και ο Γιώργος έβαλαν στο τραπέζι μας όλες τις νοστιμιές του μαγαζιού, τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας και είπαμε τις ιστορίες μας. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Και είναι όντως χρυσά τα χέρια της, γιατί και εμείς που κάτσαμε στην ταβέρνα απολαύσαμε το φαγητό της. Σπεσιαλιτέ του μαγαζιού θεωρούνται τα περίφημα κεφτεδάκια με ζουμί, ένα παραδοσιακό καρδιτσιώτικο πιάτο με κοκκινιστή σάλτσα και σκόρδο. Δίπλα τους βρίσκονται τα τηγανητά κολοκυθάκια, ο πλαστός, η μπατζίνα, το σπετσοφάι, οι κοκκινιστές μελιτζάνες, τα ντολμαδάκια, οι πατάτες φούρνου, τα ψητά της ώρας και ό,τι άλλο καλό μπορεί να σκεφτεί η μαγείρισσα για να έχει τους καλεσμένους της χορτάτους και ευτυχισμένους. Μαζί τους είναι πάντα και ο μεγαλύτερος γιος τους, Λουκάς, το δεξί τους χέρι τώρα που έχουν μεγαλώσει. Καθίσαμε στο ίδιο τραπέζι με τη σύζυγό του, Χριστίνα Γεωργίου, και την εγγόνα τους, Πετρίνα, και λέγαμε ιστορίες που δένουν τους ανθρώπους.

Η Ολυμπία και ο Γιώργος με τη νύφη τους, Χριστίνα, και την εγγόνα τους, Πετρίνα. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Επιμένοντας βιολογικά

Με την ίδια φιλοσοφία που λειτουργούσε από πάντα η ταβέρνα, η οικογένεια αποφάσισε να προχωρήσει με τη βιολογική καλλιέργεια και να μείνει πιστή σε αυτήν. Σήμερα, μοιάζει εύκολο να μιλά κανείς για βιολογικά αμπέλια. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 όμως η επιλογή αυτή δεν είχε εμπορικό αντίκρισμα. Δεν υπήρχε αγορά και δεν είχε διαμορφωθεί μια ανάλογη καταναλωτική συνείδηση. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε καν ιδιαίτερη συζήτηση γύρω από το θέμα. Για τα αδέρφια Κοντοζήση, όμως, η επιλογή ήταν αυτονόητη, ήταν βίωμά τους, τρόπος που είχαν μεγαλώσει.

Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Οι αμπελώνες στα Κανάλια και τη Δαφνοσπηλιά αναπτύσσονται σε ένα περιβάλλον όπου η θεσσαλική πεδιάδα συναντά τα Άγραφα. Οι μεγάλες διακυμάνσεις θερμοκρασίας μεταξύ ημέρας και νύχτας, τα ασβεστολιθικά εδάφη και το ιδιαίτερο μικροκλίμα δημιουργούν συνθήκες που ευνοούν την αργή ωρίμαση των σταφυλιών.

Το ιδιαίτερο μικροκλίμα της περιοχής επιτρέπει στα σταφύλια να ωριμάζουν αργά, απελευθερώνοντας όλη τη γεύση και τα αρώματα τους. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Η αμπελουργία βρίσκεται στο κέντρο της φιλοσοφίας τους. Δεν είναι τυχαίο ότι η επιχείρηση συστήνεται ως «Βιολογικοί Αμπελώνες Κοντοζήση». Το βάρος πέφτει στο αμπέλι. Η οινοποίηση ακολουθεί. Οι τρύγοι γίνονται με το χέρι. Οι ζυμώσεις πραγματοποιούνται με γηγενείς ζύμες. Χρησιμοποιείται χυμός ελεύθερης ροής. Πολλά κρασιά εμφιαλώνονται αφιλτράριστα και χωρίς σταθεροποιήσεις, ενώ σε ορισμένες ετικέτες αποφεύγεται ακόμη και η προσθήκη θειωδών. Οι άνθρωποι που δουλεύουν εδώ πονάνε τα κτήματα όσο η οικογένεια. Τους συναντήσαμε, περπατήσαμε μαζί τους στα αμπέλια και το καταλάβαμε.

Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Αυτή η οινική κουλτούρα ήταν ο λόγος που ο Ανδρέας Κοντοζήσης αποφάσισε να αφοσιωθεί στην ποικιλία Λημνιώνα, τότε μάλιστα που για πολλούς ήταν άγνωστη. Ο ίδιος, όμως, πίστεψε στις δυνατότητές της και συνέβαλε ουσιαστικά στην αναβίωσή της. Σήμερα η Λημνιώνα αποτελεί τον πυρήνα της ταυτότητας του οινοποιείου και έναν από τους σημαντικότερους πρεσβευτές της Θεσσαλίας στο εξωτερικό.

Τα κρασιά του οινοποιείου ταξιδεύουν στις πιο απαιτητικές αγορές της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Αυτό που μας έκανε εντύπωση είναι ότι η ελληνική αγορά δεν ήταν η πρώτη που αγκάλιασε τα κρασιά τους. Υπάρχει λόγος, όμως. Όταν στο οινοποιείο παρήγαν αφιλτράριστα κρασιά με φυσικές ζυμώσεις και ελάχιστες παρεμβάσεις, η εγχώρια αγορά δεν ήταν έτοιμη να τα κατανοήσει. Οι πρώτες προσπάθειες συνεργασίας δεν ευδοκίμησαν. Τα κρασιά θεωρούνταν υπερβολικά διαφορετικά για τα δεδομένα της εποχής. Έτσι το οινοποιείο ακολούθησε μια σπάνια διαδρομή. Πρώτα εξήγαγε και μετά καθιερώθηκε στην Ελλάδα. Σήμερα τα κρασιά του ταξιδεύουν σε απαιτητικές αγορές της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας.

Η Αφροδίτη, τεχνολόγος τροφίμων, δραστηριοποιείται και η ίδια στο οινοποιείο.

Η ίδια η Αφροδίτη αποτελεί μέρος αυτής της νέας εποχής. Τεχνολόγος τροφίμων με εμπειρία στις ζυμώσεις και την έρευνα πάνω στα ζυμούμενα προϊόντα, εντάχθηκε στην επιχείρηση στα τέλη του 2013 και από τότε συμμετέχει ενεργά τόσο στην παραγωγή όσο και στην εξωστρέφεια του οινοποιείου. Πρόσφατα ταξίδεψε στην Ιαπωνία και την Κίνα συμμετέχοντας σε εκπαιδευτικά σεμινάρια και masterclasses με επίκεντρο τη Λημνιώνα και το θεσσαλικό κρασί. Στόχος ήταν η γνωριμία των ασιατικών αγορών με μια ποικιλία που μέχρι πρόσφατα παρέμενε σχεδόν άγνωστη εκτός Ελλάδας. Το εγχείρημα πέτυχε. Οι επαγγελματίες του κρασιού γνώρισαν τη Λημνιώνα, δοκίμασαν κρασιά της Καρδίτσας και ήρθαν σε επαφή με μια διαφορετική εκδοχή του ελληνικού αμπελώνα.

Μια μεγάλη πρόκληση

Το επόμενο βήμα βρίσκεται πλέον στον οινοτουρισμό. Η οικογένεια θέλει να επεκτείνει και οργανώσει έτσι το οινοποιείο, ώστε να μπορεί να δέχεται πιο εύκολα επισκέψεις, να φιλοξενεί οινογευσιγνωσίες, να επικοινωνεί με μεγαλύτερη ευκολία την κουλτούρα του. Θέλουν να γίνουν ένα σημαντικό σημείο αναφοράς σε μια ολόκληρη περιοχή που διεκδικεί τη θέση της στον γαστρονομικό χάρτη της χώρας και βρίσκεται η μεγαλύτερη πρόκληση.

Στόχος της οικογένειας είναι να επεκταθεί και στον οινοτουρισμό. Το μέλλον είναι μπροστά τους. Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Γιατί η Καρδίτσα διαθέτει όλα όσα χρειάζονται για να εξελιχθεί σε σημαντικό οινογαστρονομικό προορισμό: κρασί, παραγωγούς, γαστρονομία, βουνό, λίμνη, ιστορία και ανθρώπους αλλά ακόμη δεν έχει καταφέρει να κάνει το μεγάλο άλμα και να κατακτήσει τη θέση που της αξίζει στις συνειδήσεις των Ελλήνων. «Οι βάσεις έχουν ήδη μπει», λέει η Αφροδίτη. «Χρειάζεται να συναντηθούμε όλοι στον ίδιο δρόμο και να προσπαθήσουμε».

Φωτό: Αλέξανδρος Αλεξανδρής

Αν συμβεί αυτό, η ιστορία των Κοντοζήση δε θα αποτελεί μόνο παράδειγμα επιτυχημένης αμπελουργίας. Θα αποτελεί παράδειγμα για το πώς ένας τόπος μπορεί να χτίσει το μέλλον του πάνω σε αξίες που ποτέ δεν προδίδεις. Και αυτές οι αξίες ξεκίνησαν πολύ πριν γεμίσει το πρώτο ποτήρι με το κρασί τους, τη στιγμή που άρχισαν να οραματίζονται μια νέα πραγματικότητα.

Πηγή: tovima.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ