Προσέφυγε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Βόλου και δικαιώθηκε – Η οφειλή είχε παραγραφεί
Με λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών απειλήθηκε φορολογούμενη στον Βόλο από την ΑΑΔΕ για οφειλή ύψους μόλις 1.509 ευρώ που της βεβαιώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2025, η οποία μάλιστα αφορούσε χρέη της γιαγιάς της για φόρο εισοδήματος και ειδική εισφορά αλληλεγγύης φυσικών προσώπων, που βεβαιώθηκαν μετά τον θάνατό της τελευταίας, το 2013.
Η ατομική ειδοποίηση καλούσε σε ολοσχερή εξόφληση ή σε υπαγωγή σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών εντός 30 ημερών. Όμως, η οφειλή είχε παραγραφεί και η Εφορία δεν είχε κανένα δικαίωμα για οικονομικές απαιτήσεις.
Η φορολογούμενη προσέφυγε δικαστικά καταθέτοντας ανακοπή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Βόλου το οποίο την απάλλαξε από το χρέος κρίνοντας τις ταμειακές βεβαιώσεις που την αφορούν πλημμελείς και άκυρες.
Ανάλογη απόφαση δικαίωσης είχε στα χέρια της στα μέσα Μάϊου και η αδελφής της από δικαστήριο στη Θεσσαλονίκη μετά από ανακοπή της σε αντίστοιχη ειδοποίηση για οφειλή που της κοινοποιήθηκε ως εξ αδιαιρέτου κληρονόμος.
Είχε μπει και εκείνη στην ίδια δικαστική περιπέτεια προκειμένου να αποδείξει ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν γνώριζε τίποτα. Η ευρύτερη οικογένεια δεν είχε ενημερωθεί ότι μετά τον θάνατο της γιαγιάς δεν είχαν τακτοποιηθεί κάποιοι φόροι.
Οι φόροι μοιράστηκαν στους κληρονόμους. Η ΑΑΔΕ πρόσθεσε τις προσαυξήσεις όλων των χρόνων και απέστειλε ειδοποιήσεις οφειλής με σεβαστά οι οποίες όμως έφτασαν στα χέρια τους αρκετά αργοπορημένα.
Ο δικηγόρος της, Χρήστος Σταυρίδης, μιλώντας στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ τονίζει ότι τα χρέη υπόκεινται σε διαγραφή μετά την παρέλευση 5ετίας εφόσον δεν υπάρχει κλήση για την πληρωμή τους και στην προκείμενη περίπτωση θα έπρεπε να είχαν διαγραφεί από το 2018 ακόμη.

Τονίζει ότι οι πολίτες που παραλαμβάνουν ειδοποιήσεις για οφειλές θα πρέπει να εξετάζουν οπωσδήποτε τον χρόνο που αυτές έγιναν απαιτητές και το πότε έλαβαν γνώση οι ίδιοι και να μην αφήνουν να περνάει το διάστημα των 30 ημερών που έχουν στη διάθεσή τους για να καταθέσουν ανακοπή.
Στην προκείμενη περίπτωση η διεκδίκηση του Δημοσίου στηριζόταν σε κοινοποίηση που είχε κάνει το 2019 για την οποία όμως δεν υπήρχε κανένα αποδεικτικό παραλαβής της επίδοσης, η οποία αμφισβητούταν.
Η φορολογούμενη ενημερώθηκε για την οφειλή το 2025, όταν απειλούταν με αναγκαστικά μέτρα.
Συγκεκριμένα, η ατομική ειδοποίηση αφορούσε σε συνολικό ποσό 617,44 ευρώ το οποίο με το πέρασμα των χρόνων και τις προσαυξήσεις αυξήθηκε κατά 892 ευρώ.
Στην απόφαση του δικαστηρίου σημειώνεται ότι σύμφωνα με τον νόμο Περί Δημοσίου Λογιστικό Ελεγχο χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή αν πρώτα δεν βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Υπηρεσία.
Περαιτέρω αναφέρεται ότι το άρθρο 86 του εν λόγω νόμου αναφέρει ειδικώς σε ό, τι αφορά τους βεβαιωθέντες φόρους η αξίωση του Δημοσίου προς είσπραξη υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή.
Η παραγραφή αυτή διακόπτεται με κάθε πράξη εκτέλεσης που μπορεί να λάβει χώρα και κατά άλλου συνοφειλέτη ή εις ολόκληρον ευθυνόμενου, όπως αναφέρει.
Το σκεπτικό της ακύρωσης
Το δικαστήριο κρίνει ότι «εφόσον η φορολογούμενη αμφισβητεί την παραλαβή από την ίδια και την αδελφή της αντιστοίχως των οικείων ατομικών ειδοποιήσεων, δεν υφίσταται έδαφος εφαρμογής του θεσπιζόμενου από τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του Κώδικα Φορολογικής Διοίκησης, τεκμηρίου περί τη σύννομης κοινοποίησης των ατομικών ειδοποιήσεων, μετά την παρέλευση δεκαπέντε ημερών από την ημέρα αποστολής τους με συστημένη επιστολή, με αποτέλεσμα η Φορολογική Αρχή να φέρει πλέον το βάρος να αποδείξει την πραγματική παραλαβή τους και αφετέρου εν προκειμένω, η Φορολογική Αρχή δεν ανταποκρίθηκε στο σχετικό βάρος απόδειξης.
Όπως αναφέρει, «δεν προσκόμισε απόδειξη συστημένου ή οποιουδήποτε άλλο έγγραφο παραλαβής των ατομικών ειδοποιήσεων, το οποίο να περιέχει ουσιώδη στοιχεία όπως αριθμό του επιδιδόμενου εγγράφου, ημερομηνία παραλαβής της συστημένης επιστολής, ονοματεπώνυμα και υπογραφή του επιδόντος οργάνου και του παραλήπτη, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποδείχτηκε ότι κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα».
«Το καθ’ ού φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης προς απόκρουση της προβληθείσας ένστασης περί παραγραφής επικαλούμενο όλα τα περιστατικά που τυχόν δημιουργούν λόγους μη συμπλήρωσης της παραγραφής της διακοπής, αναστολής, κτλ, ουδέν άλλο προβάλλει αναφορά με την αναστολή ή τη διακοπή της επίδικης παραγραφής.
Με τα δεδομένα αυτά εφόσον κατά το χρόνο επίδοσης (8.9.2025) στην ανακόπτουσα της προσβαλλόμενης ατομικής ειδοποίησης το δικαίωμα του καθ’ ού η ανακοπή Δημοσίου να εισπράξει τις επίμαχες φορολογικές οφειλές έχει υποπέσει σε παραγραφή, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ατομική ειδοποίηση όσο και οι συμπροσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις κατά το μέρος που την αφορούν είναι νομικώς πλημμελείς και πρέπει να ακυρωθούν κατ’ αποδοχήν του σχετικώς προβαλλόμενου λόγου της υπό κρίσης ανακοπής παρελκούσης ως αλυσιτελούς της εξέτασης των λοιπόν προβαλλόμενων λόγων αυτής», καταλήγει.
Τι είναι η ανακοπή
Η ανακοπή κατά ταμειακής βεβαίωσης οφειλής είναι το ένδικο βοήθημα που καταθέτει ένας οφειλέτης σε διοικητικό δικαστήριο για να αμφισβητήσει το νόμιμο της βεβαίωσης ενός χρέους (π.χ. στην Εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία ή το ΚΕΑΟ) και να εμποδίσει την έναρξη αναγκαστικών μέτρων εναντίον του (όπως κατασχέσεις ή πλειστηριασμοί).
Με το ένδικο βοήθημα μπορεί να αμφισβητήσει:
-Παρατυπίες σε διαδικασίες βεβαίωσης οφειλών
-Εκτελεστές πράξεις με πίνακες οφειλών
-Διόρθωση ποσών που αναφέρονται σε πίνακες με βεβαιωμένες οφειλές
-Αναγκαστικά μέτρα όπως αφαίρεση φορολογικής ενημερότητας
– Κατασχέσεις εις χείρας τρίτου
– Ό,τι το χρέος έχει υποπέσει σε παραγραφή και δεν είναι νόμιμα απαιτητό και οποιαδήποτε παρατυπία.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΑΡΟΥΓΚΑ
Πηγή: taxydromos.gr




























