Το νοητό μας ταξίδι στη Θεσσαλία κάνει για λίγο μια στροφή προς τα πίσω, για να ρίξουμε το βλέμμα μας σε ένα θέμα που αναδείχθηκε κάνοντας μια στάση που αξίζει πριν προχωρήσουμε.
Στις πλαγιές του Κισσάβου, εκεί όπου το δάσος γίνεται πυκνό και τα μονοπάτια χάνονται μέσα σε ρεματιές και πουρνάρια, κρύβεται ένα μνημείο που μοιάζει να έχει αποσυρθεί από τον χρόνο. Η Μονή του Γενεθλίου της Θεοτόκου, γνωστή στους παλιούς ως Παναγία Καρπούζα, στέκει ακόμα όρθια μα όχι ζωντανή, σαν ένας γέροντας που έχει χάσει τη φωνή του και μόνο το βλέμμα του θυμίζει την ιστορία που κουβαλάει. Χτισμένη γύρω στο 1520, σε μία εποχή όπου ο ανατολικός Κίσσαβος έσφυζε από μοναστική ζωή και τα καμπαναριά του αντηχούσαν το ένα μετά το άλλο σαν πνευματικό αντιφώνημα, η μονή αυτή υπήρξε για αιώνες ένας φάρος πίστης και άσκησης. Υπήρξε μετόχι της Μονής του Τιμίου Προδρόμου της Ανατολής, και η δική της παρουσία στήριζε ολόκληρο το τοπικό συναξάρι, φιλοξενώντας μοναχούς και προσκυνητές σε έναν τόπο που έμοιαζε με μικρό Άγιο Όρος.

Πεντακόσια χρόνια σχεδόν κράτησε η αναπνοή της, μέχρι που ο 19ος αιώνας έφερε την παρακμή και η σιωπή αντικατέστησε τους ψαλμούς, κι έπειτα τα τέλη του ίδιου αιώνα την είδαν να εγκαταλείπεται οριστικά, αφήνοντας πίσω μόνο πέτρες και μνήμες αβασάνιστες.
Η μονή δεν ήταν ένα απλό κελί με έναν τοίχο και μία στέγη. Τα ερείπια απλώνονται σε μία έκταση περίπου δεκαπέντε στρεμμάτων, και ακόμα και σήμερα τα θεμέλια που ξεπροβάλλουν από το χώμα μαρτυρούν μία οργανωμένη κοινότητα που ήξερε να ζει με λιτότητα μα και με τάξη. Αμέσως έξω από το καθολικό περνάει ένα λιθόστρωτο μονοπάτι πλάτους τριών μέτρων, που κάποτε υπήρξε ο κεντρικός δρόμος που συνέδεε την Αγιά με την Ανατολή και τα βήματα των προσκυνητών το είχαν λειάνει σαν το χέρι του καιρού. Αυτό το μονοπάτι, σήμερα μισοσβησμένο κάτω από αγριόχορτα και πεσμένα κλαδιά, θυμίζει ότι εκείνος ο τόπος υπήρξε κάποτε ζωντανή αρτηρία και όχι αποκομμένη γωνιά, και κάθε πέτρα του κρατά ακόμα τον ίσκιο εκείνων που περπάτησαν με ελπίδα ή με κατάνυξη, αγνοώντας πως οι επόμενοι αιώνες θα τους ξεχνούσαν τόσο βαθιά.
Μα η πιο τραγική πτυχή της ιστορίας της γράφεται σήμερα, όχι στα βιβλία μα στη σιωπή του βουνού. Το καθολικό, που κάποτε έκρυβε τοιχογραφίες εξαιρετικής τέχνης του 16ου αιώνα, είναι πλέον ανοιχτό στον ουρανό. Η στέγη του κατέρρευσε, και η βροχή, το χιόνι, ο παγετός και ο καυτός ήλιος μπαίνουν ανεμπόδιστα μέσα στον ναό σαν αλύπητοι εισβολείς, σβήνοντας σπιθαμή προς σπιθαμή τα χρώματα που κάποτε ζωντάνευαν τα πρόσωπα των αγίων.
Οι τοιχογραφίες διατηρούνταν ακόμα σε αξιόλογη κατάσταση, και όποιος ανέβαινε μέχρι εκεί έβλεπε ζωντανά χρώματα να λάμπουν μέσα στο ημίφως, σαν ένα τελευταίο χαμόγελο πριν από το τέλος. Μα η κατάρρευση της στέγης ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της φθοράς, και σήμερα ένα μέρος από τις εικόνες βρίσκεται πια σκόρπιο στο έδαφος, κομμάτια καλλιτεχνικής ψυχής ανακατεμένα με χώμα και σπασμένα κεραμίδια. Όσες έμειναν στους τοίχους μένουν ακάλυπτες, γυμνές στο μένος του καιρού, χωρίς κανένα πρόχειρο στέγαστρο να τις προστατεύσει, και μοιάζουν σαν τραυματισμένοι στρατιώτες που πολεμούν μόνοι τους έναν πόλεμο χαμένο από την αρχή.
Η πρόσβαση στον τόπο είναι εξαιρετικά δύσκολη, σχεδόν απαγορευτική για όποιον δεν είναι έτοιμος να πορευτεί με τα πόδια. Από το Μεταξοχώρι, η διαδρομή διαρκεί περίπου μιάμιση ώρα μέσα από πυκνή δασώδη περιοχή, ένα μονοπάτι που καθαρίζεται μόνο περιστασιακά από κάποιους εθελοντές που αρνούνται να αφήσουν τον τόπο εντελώς στην τύχη του. Κι όμως, ούτε αυτή η ελάχιστη φροντίδα μπορεί να αναχαιτίσει την πορεία προς την ολοκληρωτική ερήμωση. Το δυσπρόσιτο της μονής, που κάποτε αποτελούσε φυσική οχύρωση και εγγύηση ησυχίας, μετατράπηκε στη σύγχρονη εποχή σε μοιραίο μειονέκτημα. Κανένα συνεργείο δεν μπορεί να φτάσει με υλικά, καμία μηχανή δεν χωράει στα στενά μονοπάτια, και έτσι το μνημείο μένει αβοήθητο μπροστά στην αδιάκοπη επίθεση των καιρικών φαινομένων, χωρίς να έχει δεχθεί ούτε μία στοιχειώδη επισκευή ή έστω μία πρόχειρη σκέπη από την ημέρα που το εγκατέλειψαν οι τελευταίοι μοναχοί.

Το δράμα της Παναγίας Καρπούζα δεν είναι μόνο το δράμα μιας ερειπωμένης μονής. Είναι το δράμα κάθε τόπου που χάνεται επειδή η μνήμη του σταμάτησε να αντηχεί στις καρδιές των ανθρώπων, επειδή η αδιαφορία της ευκολίας σκέπασε την αγάπη της φροντίδας. Μέσα σε λίγα χρόνια, αν δεν παρθούν έστω και τα πλέον στοιχειώδη μέτρα, η μονή θα καταρρεύσει ολοκληρωτικά, και οι τοιχογραφίες που απέμειναν θα μετατραπούν σε σκόνη, σβήνοντας για πάντα την ομορφιά τους από το πρόσωπο της γης. Οι φωτογραφίες που τραβήχτηκαν πριν από περισσότερο από μία δεκαετία αποτελούν πια τον μοναδικό πλήρη μάρτυρα της τέχνης της, έναν απολογισμό που μοιάζει περισσότερο με νεκρική σπονδή παρά με καταγραφή, γιατί από εκείνη την κατάσταση δεν έμεινε τίποτα παρά μόνο η ανάμνηση ενός ονείρου που χάθηκε μέσα στην καταχνιά της λήθης.
Όσοι τολμήσουν να ανέβουν σήμερα μέχρι εκεί, θα σταθούν μπροστά σε μία εικόνα που δεν μπορεί παρά να ραγίσει την ψυχή τους. Θα δουν τον ουρανό να φαίνεται μέσα από τον γκρεμισμένο θόλο, θα ακούσουν τον άνεμο να σφυρίζει μέσα από τα ερείπια σαν ένα μοιρολόγι που δεν τολμά να αρθρωθεί σε λέξεις, και θα νιώσουν τα αγκαθωτά φυτά να τυλίγονται γύρω από τα θεμέλια σαν αγκαλιές που πνίγουν αντί να ζεσταίνουν. Θα σκύψουν να δουν τα ερείπια των αγιογραφιών, κομμάτια χρωμάτων που ακόμα αντιστέκονται σαν τελευταίες κραυγές, και τότε, μέσα στην απόλυτη σιωπή του βουνού, θα συνειδητοποιήσουν πως δεν κλαίνε για μία μονή που χάθηκε, αλλά για έναν ολόκληρο κόσμο που επέτρεψε να χαθεί, έναν κόσμο που ξέχασε την αξία της φροντίδας, της συνέχειας και της ευθύνης απέναντι σε όσα του κληροδοτήθηκαν. Θα κλάψουν με το μαύρο δάκρυ της απόγνωσης, γιατί η Παναγία Καρπούζα δεν είναι πια ένα μοναστήρι, είναι ένας καθρέφτης που μας δείχνει το πρόσωπο της λησμονιάς μας, κι εκείνο το πρόσωπο είναι τόσο σκληρό που ούτε η πιο γερή καρδιά μπορεί να το αντικρίσει χωρίς να τρέμει.
Υ.Γ. : Ευχαριστώ τον Quentin Louin για το μήνυμά του, χάρη στο οποίο στάθηκε αφορμή για τούτες τις γραμμές.
Πηγή: Σκιές και Ψίθυροι






















