French Fry: Πήγε στην Αθήνα από ένα χωριό της Λάρισας για να κατακτήσει με την μουσική του, που είναι το ουρλιαχτό μιας γενιάς!

French Fry – Συνέντευξη: Ο Θάνος Γάλλος μιλάει για το πρώτο του άλμπουμ, «Quit Your Job!», που κυκλοφορεί από τη Fine! Records, τις επιρροές, τη ζωή του και την έμπνευση που του έδωσε.

Διάλεξε το French Fry από ένα παρατσούκλι που του έβγαλαν φίλοι, ίσως γιατί το ονοματεπώνυμό του είναι Θάνος Γάλλος. Ήρθε στην Αθήνα από ένα χωριό της Λάρισας, τη Γιάννουλη, κουβαλώντας οικογενειακά λαϊκά, κλασικά, έντεχνα και παραδοσιακά ακούσματα, ένα «πτυχίο τζαζ» από το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου στην Κέρκυρα, που αποφάσισε εγκαίρως να προδώσει, και την πεποίθηση ότι η σωστή νότα είναι εκείνη που κάνει κάτι μέσα σου να μετακινηθεί.

Το ντεμπούτο του French Fry, «Quit Your Job!», δεν είναι συμβουλή επαγγελματικού προσανατολισμού, αλλά το ουρλιαχτό μιας γενιάς που δουλεύει μέχρι να ξεχάσει γιατί ζει, μετά πληρώνει ψυχολόγο για να το θυμηθεί και τελικά χορεύει, επειδή κάπως πρέπει να σωθεί η βραδιά. Σε έντεκα τραγούδια, ο French Fry μετατρέπει το άγχος, την εξουθένωση και τη σύγχυση των είκοσι σε riffs, drum machines, βαρύτονες κιθάρες και singalong ρεφρέν. Στον κόσμο του υπάρχουν ροζ γορίλες, μηλόπιτες που πέφτουν από τον ουρανό, βρετανική προφορά με λαρισινή καταγωγή και CDs που προορίζονται να εκτοξεύονται στο κοινό σαν φρίσμπι. Όλα αυτά θα ήταν φτηνό τέχνασμα αν πίσω τους δεν υπήρχαν μεράκι, τεχνική, επίμονη δουλειά και κάτι σπανιότερο: αληθινή ανάγκη. Αντί να αντιγράφει τις επιρροές του, τις χωνεύει, τις χαλάει και τις ξανασερβίρει με τη δική του μαρμελάδα.

Ο French Fry, αφού μάς συστήθηκε τον Μάρτιο με το πρώτο του single, «Apple Pie», ήρθε ντάλα καλοκαίρι στο Μοναστηράκι για να φωτογραφηθεί και να συζητήσουμε και μας άφησε να τον γνωρίσουμε καλύτερα: πώς έφτασε ως εδώ, χωρίς να προσποιείται ούτε στιγμή ότι γνωρίζει πού οδηγεί ο δρόμος μετά. E, αυτό είναι που ξεχωρίζει τον French Fry. Δεν παριστάνει τον παράξενο· φαίνεται πως πράγματι βλέπει αλλιώς. Δεν κυνηγά απλώς streams· θέλει ουρλιαχτά, mosh pits και ανθρώπους που θα θυμούνται ότι βρέθηκαν εκεί και θα το λένε και σε άλλους. Αν το ελληνικό indie rock χρειάζεται έναν καινούργιο ταραξία, ο French Fry μόλις κλότσησε την πόρτα. Το μέλλον, αν διαθέτει ακόμη στοιχειώδες γούστο, θα του ανοίξει.

— Τι έχει μείνει μέσα στη μουσική και στον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο από το χωριό της Λάρισας όπου μεγάλωσες;

Πολλά πράγματα έχω κρατήσει από τον τόπο όπου μεγάλωσα, αλλά νομίζω το σημαντικότερο είναι το μεράκι. Μεγαλώνοντας στη Λάρισα, έβλεπα τόσο από το ίδιο μου το σπίτι όσο και από τον περίγυρό μου ανθρώπους να κάνουν καθημερινές δουλειές με χαρά και μεράκι. Ξυπνούσα το πρωί και άκουγα τον πατέρα μου να παίζει κλίμακες στο μπαλκόνι. Απέναντι από το λύκειο που πήγαινα είχαμε μια καφετέρια. Όποτε ο κυρ-Θανάσης με έβλεπε να μην μπαίνω κατευθείαν στο σχολείο και να οδεύω προς τα εκεί, μου ετοίμαζε τον καφέ μου και με χαμόγελο μου έλεγε «καλημέρα». Οι άνθρωποι που συναναστρεφόμουν είχαν μεράκι στις ζωές τους και στις ασχολίες τους κι αυτό το μεράκι για μένα είναι το κύριο συστατικό στη μουσική μου και στη δημιουργία γενικότερα. Με βοηθάει να μη χάνω τον στόχο μου και να συνεχίζω να δημιουργώ βλέποντας τη χαρά της διαδικασίας ως μια σχεδόν «τελετουργική» πράξη.

— Μεγάλωσες σε μια οικογένεια όπου συνυπήρχαν το λαϊκό, το κλασικό, το έντεχνο και το παραδοσιακό στοιχείο. Ποιο από αυτά τα ακούσματα σε επηρέασε τελικά περισσότερο, ακόμη κι αν δεν ακούγεται άμεσα στα τραγούδια σου;

Δεν ξέρω αν με επηρέασε κάποιο συγκεκριμένο ιδίωμα περισσότερο, αλλά σίγουρα τη μεγαλύτερη επιρροή πάνω μου την είχε ο αδερφός μου ο Γιώργος. Από αυτόν ξεκίνησα να παίζω κιθάρα, βλέποντάς τον μια μέρα που έπαιζε την εισαγωγή από το «Stairway to Heaven». Ακόμα και τώρα σκαλώνω με αυτή την εισαγωγή, ακριβώς όπως τότε. Στα πρώτα χρόνια που έπαιζα κιθάρα, θυμάμαι ότι το έβρισκα δύσκολο να παίξω κάποια κομμάτια «σπουδές» από ένα βιβλίο που λεγόταν «Debuto». Δεν μου πολυάρεσαν κιόλας, οπότε είχα και μια αντίδραση σε όλο αυτό, δεν θα πω ψέματα. Anyway, ήταν ένα κομμάτι που λεγόταν «Η Λυδία κοιμάται». Και μέσα στην γκρίνια μου ότι δεν μπορώ να το παίξω και δεν το κάνω καλά και δεν μου αρέσει και πάει λέγοντας, ήρθε ο αδερφός μου, έκατσε δίπλα μου και μου είπε «παίξε». Και ξεκίνησα να παίζω και στις πρώτες δύο νότες μου λέει «ώπα, στοπ… η Λυδία κοιμάται, αλλά έτσι όπως παίζεις, θα την ξυπνήσεις». Και τότε έμαθα τι σημαίνει ερμηνεία. Σε οποιοδήποτε στιλ αυτό είναι το πιο σημαντικό κι αυτό προσέχω να ακούγεται στα τραγούδια μου.

— Τι σου έδωσαν οι σπουδές τζαζ στην Κέρκυρα και τι χρειάστηκε να «ξεμάθεις» για ν’ αρχίσεις να γράφεις ως French Fry;

Πολύ σημαντικά πράγματα, τα οποία χρησιμοποιώ ακόμα και ασυναίσθητα σήμερα. Είχα τον χρόνο να φτιάξω τεχνική, να ακούσω πολλές μουσικές αλλά και να παίξω με πολλά διαφορετικά άτομα. Επίσης νιώθω ότι με έκαναν πιο «ευέλικτο» στο να μου έρχεται στα χέρια μου αυτό που έχω στο μυαλό μου. Κάπου εκεί στο τρίτο έτος συνειδητοποίησα ότι δεν είχε νόημα για μένα να γίνω βιρτουόζος εκτελεστής και μου δημιουργήθηκε η ανάγκη να γράφω τις ιστορίες μου και να τις ερμηνεύω. Για να φτάσω στο σημείο που είμαι τώρα χρειάστηκε κυριολεκτικά να σταματήσω να παίζω. Σταμάτησα να παίζω κιθάρα και ξεκίνησα να γράφω ιδέες σε άλλα όργανα –όπως το πιάνο, το μπάσο, τα ντραμς–, γιατί εκεί, λόγω έλλειψης τεχνικής, ένιωθα πιο ανοιχτός στην αυθόρμητη δημιουργία. Μια λάθος νότα στην κιθάρα θα ήξερα από πού προέρχεται, ενώ στο πιάνο απλά πατούσα ό,τι μου ακουγόταν σωστό. Αφού εξοικειώθηκα με αυτό το concept, ξεκίνησα να το εφαρμόζω και στην κιθάρα. Δεν με νοιάζει πλέον αν θα παίξω «παρεστιγμένο τέταρτο ενός polychord από clusters που δημιουργούν ένα Asus4» και πάει λέγοντας. Αν μου ακούγεται σωστό, το χρησιμοποιώ.

— Έχεις αναφερθεί με χιούμορ στο πεντάρι που πήρες όταν παρουσίασες indie μουσική μπροστά σε τζαζίστες. Ήταν εκείνη μια στιγμή απόρριψης ή μια πρώτη επιβεβαίωση ότι είχες βρει τον δικό σου δρόμο;

Για μένα αυτό το πεντάρι ήταν μια στιγμή λύτρωσης και επιβεβαίωσης ότι κάνω το σωστό. Το performance της πτυχιακής μου για μένα πήγε τέλεια και το ευχαριστήθηκα όσο τίποτα άλλο. Επομένως, το πεντάρι θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι η απόδειξη του ότι είχα κλείσει αυτό το κεφάλαιο και είχα γίνει αυτός που ήθελα να γίνω. Είχα βάλει στόχο, όταν θα έφευγα από εκεί να μην είμαι τζαζίστας και το πέτυχα.

— Τι αντιπροσωπεύει για εσένα το όνομα French Fry και πότε κατάλαβες ότι μπορούσε να γίνει μια ολοκληρωμένη καλλιτεχνική ταυτότητα;

Το French Fry είναι μια enhanced εκδοχή του εαυτού μου. Αυτή η περσόνα έχει μέσα όλα τα καλά στοιχεία μου και, μπαίνοντας σ’ αυτόν τον ρόλο, αφήνω πίσω τις ανασφάλειες της καθημερινότητας και της ζωής γενικότερα και δημιουργώ. Νιώθω ότι προέκυψε από την ανάγκη μου να δημιουργήσω ένα safe place στο οποίο θα μπορώ να εκφράζομαι όπως επιθυμώ και να δημιουργώ κόσμους βασισμένους στα πιο μεγάλα μου όνειρα. Ροζ γορίλες, πατάτες τηγανητές, skate, punk και ελευθερία. Ήταν Απρίλιος του 2024 όταν πήρα το πρώτο μου drum machine και έγραψα το «Hangover», όταν κατάλαβα ότι αυτό μπορεί να γίνει μια ολοκληρωμένη καλλιτεχνική ταυτότητα. Κι έτσι ξεκίνησα να το δουλεύω. Ακόμα συνεχίζω να το δουλεύω, δεν πιστεύω ότι θα τελειώσει ποτέ αυτή η αναζήτηση, αλλά για μένα αυτό είναι το πιο όμορφο πράγμα στην όλη υπόθεση.

— Η ειρωνεία, η «καφρίλα» και η αλληγορία φαίνεται να αποτελούν βασικά εργαλεία σου. Σε βοηθούν να λες αλήθειες που θα δυσκολευόσουν να εκφράσεις με πιο ευθύ τρόπο; Πού τελειώνει ο πραγματικός σου εαυτός και πού αρχίζει η εξωστρεφής, αναιδής περσόνα του French Fry;

Η αλληγορία είναι η αγαπημένη μου λέξη όταν δημιουργώ. Δεν μου είναι δύσκολο να πω την αλήθεια μου με ευθύ τρόπο, απλά μου φαίνεται βαρετό. Και το ίδιο μου φαίνεται κι η ζωή, αν δεν βάλω και λίγο τη «μαρμελάδα» μου. Γι’ αυτό και μου αρέσει να περνάω τη βαρετή αυτή καθημερινότητα από το «κόσκινο» της καφρίλας και της φαντασίας μου, και ακριβώς σ’ εκείνο το σημείο το αποτέλεσμα του κοσκινίσματος θα το πάρει ο French Fry και θα το χρησιμοποιήσει όπως αυτός επιθυμεί. Μου αρέσει να αφήνομαι στην απρόβλεπτή του φύση και να βλέπω τι δημιουργείται μέσα απ’ αυτήν.

— Παρότι οι ιστορίες σου γεννιούνται στην Ελλάδα, επιλέγεις να γράφεις στα αγγλικά και να παίζεις δημιουργικά ακόμη και με τη βρετανική προφορά. Τι σου επιτρέπει η αγγλική γλώσσα που δεν σου επιτρέπει η ελληνική;

Αρχικά το δηλώνω από τώρα: Αν ποτέ με ακούσεις να τραγουδάω δικό μου κομμάτι στα ελληνικά, σε παρακαλώ, έλα και σώσε με! Είναι σίγουρο ότι με έχει απαγάγει η CIA και χρησιμοποιεί κλώνο μου για να βγάλει κέρδος από καλοκαιρινά φεστιβάλ! Αλλά πέρα από αυτό το παραλήρημα, ο λόγος που με εκφράζει περισσότερο ο αγγλικός στίχος είναι επειδή στη διαδικασία της δημιουργίας βλέπω τη φωνή μου σαν όργανο, όπως ακριβώς βλέπω και την κιθάρα μου. Ο αγγλικός στίχος και ο βρετανικός ήχος αποτελούν μεγάλη πηγή έμπνευσης για μένα και ο τρόπος προσέγγισης αυτού του στιλ αναπόφευκτα επηρεάζει και την προφορά μου. Αν σκεφτόμουν ότι θέλω να γράψω ένα κομμάτι που να μοιάζει με Blur, ας πούμε, δεν θα επέλεγα Marshall ενισχυτή, επομένως δεν θα τραγουδούσα και με αμερικανική προφορά. Αν κάποια στιγμή αποφάσιζα να παίξω κάτι πιο folk και americana, τότε ίσως να χρησιμοποιούσα μια πιο αμερικάνικη προφορά, ώστε να ταιριάζει πιο πολύ. Τώρα έχοντας πει όλα αυτά, θα σου πω και ότι το να βγάλω οτιδήποτε ελληνικό από το στόμα μου, λόγω της μουσικής που με έθρεψε στο σπίτι, θα κλειδώσει αυτόματα στο λαϊκό ή στο έντεχνο. Κι εκεί αυτόματα θα πάει το χέρι μου να παίξει διπλοπενιά, δεν μπορώ να το κάνω να δουλέψει αλλιώς, δεν μου βγαίνει με τίποτα.

Διαβάστε ολόκληρη την συνέντευξη εδώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ