Μήπως ζητάμε συνεχώς την επιβεβαίωση των άλλων;

Γράφει ο Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής Γιάννης Ξηντάρας

Μας αρέσει να ακούμε έναν καλό λόγο. Να μας πουν ότι τα καταφέραμε, ότι κάναμε τη σωστή επιλογή, ότι είμαστε καλοί στη δουλειά μας, όμορφοι, ενδιαφέροντες, ικανοί. Ακόμη και όταν πιστεύουμε αρκετά στον εαυτό μας, η αναγνώριση από έναν άνθρωπο που εκτιμούμε μπορεί να μας δώσει χαρά και να ενισχύσει την αυτοπεποίθησή μας.

Αν το σκεφτούμε, ως εδώ καλά, δεν υπάρχει κάτι παράξενο σε αυτό. Γιατί είμαστε κοινωνικά όντα και ένα σημαντικό μέρος της εικόνας που έχουμε για τον εαυτό μας έχει διαμορφωθεί μέσα στις σχέσεις μας. Από πολύ μικροί μαθαίνουμε ποιοι είμαστε και μέσα από το βλέμμα των ανθρώπων γύρω μας: το χαμόγελο ενός γονιού, η αποδοχή μιας παρέας, η αναγνώριση ενός δασκάλου ή αργότερα ενός συντρόφου και ενός συνεργάτη έχουν τη δική τους σημασία.

Το ερώτημα αρχίζει να γίνεται πιο ενδιαφέρον όταν αυτή η επιβεβαίωση παύει να είναι κάτι που χαιρόμαστε όταν το λαμβάνουμε και γίνεται κάτι που χρειαζόμαστε για να αισθανθούμε ασφαλείς με τις επιλογές μας. Τότε μπορεί να συμβαίνουν μικρά πράγματα που δύσκολα παρατηρούμε στην καθημερινότητα…

Παίρνουμε μια απόφαση και πριν προλάβουμε να δούμε πώς αισθανόμαστε εμείς γι’ αυτήν, τηλεφωνούμε σε δύο ανθρώπους για να ακούσουμε τη γνώμη τους. Λέμε κάτι σε μια παρέα και παρακολουθούμε τις αντιδράσεις των άλλων για να καταλάβουμε αν ήταν σωστό. Δημοσιεύουμε κάτι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και επιστρέφουμε λίγο αργότερα για να δούμε πόσοι αντέδρασαν. Ακόμη και μια επιλογή που μας ενθουσίαζε μπορεί ξαφνικά να αρχίσει να μας φαίνεται λιγότερο καλή, αν ένας σημαντικός για εμάς άνθρωπος δεν την εγκρίνει. Σιγά σιγά, το βλέμμα των άλλων αποκτά περισσότερο βάρος από το δικό μας.

Αυτό συνήθως δεν συμβαίνει επειδή κάποιος «δεν έχει προσωπικότητα», όπως λέγεται καμιά φορά με μεγάλη ευκολία. Μπορεί να έχει μάθει από νωρίς ότι η αποδοχή συνδέεται με συγκεκριμένες συμπεριφορές. Παραδείγματος χάρη, να ήταν το παιδί που έπαιρνε περισσότερη προσοχή όταν είχε καλούς βαθμούς, όταν ήταν ήσυχο, όταν βοηθούσε τους άλλους ή όταν δεν δημιουργούσε προβλήματα. Ή μπορεί να μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η κριτική ήταν συχνή και η επιβράβευση σπάνια, με αποτέλεσμα να παραμένει ακόμη και ως ενήλικας ιδιαίτερα ευαίσθητος απέναντι στην αποδοκιμασία.

Υπάρχουν πολλοί δρόμοι που μπορούν να μας οδηγήσουν εκεί. Το αποτέλεσμα, πάντως, μοιάζει συχνά: αρχίζουμε να προσαρμοζόμαστε. Προσέχουμε περισσότερο τι λέμε, αποφεύγουμε να δυσαρεστήσουμε, δυσκολευόμαστε να αρνηθούμε, επιλέγουμε κάποιες φορές αυτό που θα γίνει ευκολότερα αποδεκτό από τους γύρω μας. Σε ορισμένες περιπτώσεις η προσαρμογή είναι τόσο λεπτή, ώστε δεν αισθανόμαστε καν ότι κάνουμε κάτι που δεν θέλουμε. Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ να υπολογίζουμε τις ανάγκες και τις προσδοκίες των άλλων, που η ερώτηση «εγώ τι θέλω;» μπορεί να μας φέρει σε πραγματική αμηχανία.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου,  βρίσκεται ίσως και το μεγαλύτερο κόστος της συνεχούς αναζήτησης επιβεβαίωσης. Δεν είναι μόνο η εξάρτηση από τη γνώμη των άλλων. Είναι ότι μπορεί σταδιακά να απομακρυνθούμε από τη δική μας.

Βέβαια, το ζητούμενο δεν είναι να περάσουμε στο άλλο άκρο και να αποφασίσουμε ότι δεν μας ενδιαφέρει καθόλου τι σκέφτεται κανείς. Οι άνθρωποι που αγαπάμε μπορούν να δουν πράγματα που εμείς δεν βλέπουμε, να μας βοηθήσουν να αμφισβητήσουμε μια βιαστική απόφαση ή να μας προσφέρουν μια διαφορετική οπτική. Η ανεξαρτησία δεν απαιτεί να κλείσουμε τα αυτιά μας στους άλλους.

Μάλλον αυτό που χρειάζεται περισσότερο είναι να μάθουμε να ξεχωρίζουμε τη γνώμη από την άδεια.

  • Μπορώ να ζητήσω τη γνώμη σου χωρίς να χρειάζομαι την έγκρισή σου για να προχωρήσω.
  • Μπορώ να ακούσω ότι διαφωνείς μαζί μου και να το σκεφτώ σοβαρά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει τελικά να αλλάξω κατεύθυνση.
  • Μπορώ ακόμη να απογοητευτώ επειδή ένας άνθρωπος που αγαπώ δεν αναγνωρίζει κάτι σημαντικό για μένα, χωρίς να ακυρώσω αυτόματα τη δική μου εμπειρία.

Αυτή η εσωτερική μετατόπιση συνήθως δεν γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη. Θα ξεκινήσει μέσα από μικρές επαναλήψεις όπως να παρατηρήσουμε πόσο συχνά αναζητούμε μια εξωτερική επιβεβαίωση πριν εμπιστευτούμε αυτό που ήδη γνωρίζουμε μέσα μας ή πόσο αφήνουμε λίγο χρόνο πριν ρωτήσουμε «εσύ τι λες;» και να δοκιμάζουμε πρώτα μια άλλη ερώτηση: «εγώ τι λέω γι’ αυτό;».

Μερικές φορές θα ανακαλύψουμε ότι χρειαζόμαστε πράγματι μια δεύτερη γνώμη. Άλλες φορές θα συνειδητοποιήσουμε ότι την απόφασή μας την είχαμε ήδη πάρει και αναζητούσαμε απλώς κάποιον να μας διαβεβαιώσει ότι επιτρέπεται να την πάρουμε.

Μεγαλώνοντας, ίσως αυτό είναι ένα από τα πράγματα που καλούμαστε να κατακτήσουμε: να εξακολουθούμε να χαιρόμαστε όταν οι άνθρωποί μας μάς αναγνωρίζουν, χωρίς να αφήνουμε αποκλειστικά στα δικά τους μάτια την ευθύνη να μας πουν ποιοι είμαστε.

Το βλέμμα των άλλων θα παραμένει σημαντικό. Απλώς κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά τα βλέμματα χρειάζεται να υπάρχει και το δικό μας.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ