Νέο καθεστώς για οφειλέτες με δάνεια σε καθυστέρηση προωθεί το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με στόχο να περιοριστούν οι υπερβολικές απαιτήσεις από τόκους, να επιταχυνθούν οι διμερείς ρυθμίσεις και να τεθούν όρια στις απαιτήσεις τραπεζών, funds και servicers.
Το μέτρο αφορά άμεσα χιλιάδες δανειολήπτες με παλαιές οφειλές σε τράπεζες, funds και servicers, ιδιαίτερα όμως όσους έχουν σωρευμένα χρέη από αγροτικά, επιχειρηματικά ή στεγαστικά δάνεια. Ακόμη και αν τα δάνεια ή πιστώσεις βρίσκονται σε καθυστέρηση για χρόνια ή δεκαετίες, η απαίτηση δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το τριπλάσιο του αρχικά ληφθέντος κεφαλαίου, ενώ αν πρόκειται για οφειλές αγροτών, αυτές περιορίζονται στο διπλάσιο.
Έως 200.000 ευρώ λιγότερα από τόκους και «φρένο» στον πλειστηριασμό
Με τα νέα δεδομένα, από την έναρξη ισχύος του νόμου, η ανεξόφλητη απαίτηση δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης, ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων από περισσότερα δάνεια ή πιστώσεις. Σε περίπτωση αλληλόχρεου λογαριασμού, το όριο υπολογίζεται επί του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ο οφειλέτης απαλλάσσεται από το ποσό που υπερβαίνει το όριο –συνήθως τόκους υπερημερίας, κεφαλαιοποιημένους τόκους και λοιπές χρεώσεις. Σε δάνειο 100.000 ευρώ, για παράδειγμα, η οφειλή περιορίζεται στις 300.000 ευρώ. Εάν έχει φτάσει στις 500.000 ευρώ, τα 200.000 ευρώ δεν αποτελούν απαιτητό υπόλοιπο. Για αγρότες, η απαίτηση περιορίζεται στις 200.000 ευρώ. Εάν έχουν ήδη καταβληθεί 80.000 ευρώ, ο επανυπολογισμός λαμβάνει υπόψη τις καταβολές και το υπόλοιπο δεν υπερβαίνει τις 220.000 ευρώ ή, για αγρότες, τις 120.000 ευρώ.
Ο οφειλέτης δεν χρειάζεται να κάνει καμία ενέργεια ή διαδικασία. Ανεξαρτήτως του αν το δάνειο εξακολουθεί να ανήκει στην τράπεζα από την οποία χορηγήθηκε, αν η τράπεζα έχει κλείσει ή τελεί υπό εκκαθάριση και η απαίτηση έχει μεταβιβαστεί σε διάδοχη τράπεζα, έχει τιτλοποιηθεί ή έχει περιέλθει σε εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, οι πιστωτές υποχρεούνται να προβαίνουν, χωρίς προηγούμενη αίτηση του οφειλέτη, στον επανυπολογισμό κάθε απαίτησης που εμπίπτει στο νέο καθεστώς και να αποτυπώνουν το προκύπτον υπόλοιπο στις λογιστικές και πληροφοριακές τους καταστάσεις. Οι καταβολές των οφειλετών, εγγυητών ή τρίτων λαμβάνονται υπόψη, αλλά δεν προβλέπεται επιστροφή ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί.
Για εκκρεμείς πλειστηριασμούς, ο δικαιούχος ή ο διαχειριστής της απαίτησης υποχρεούται να γνωστοποιήσει το αναπροσαρμοσμένο ποσό και να περιορίσει αναλόγως κάθε πράξη εκτέλεσης. Ακόμη και εάν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί, περιορίζονται οι απώλειες του οφειλέτη, στον οποίο αποδίδεται το υπόλοιπο του τιμήματος εκποίησης που υπερκαλύπτει τις μειωμένες απαιτήσεις των πιστωτών.
Παράλληλα, αλλάζουν οι κανόνες και στις διμερείς ρυθμίσεις δανείων από τους διαχειριστές απαιτήσεων (servicers). Το νομοσχέδιο εισάγει δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα: ο πιστωτής οφείλει να απαντήσει σε αίτημα ρύθμισης εντός τριών μηνών και η διαπραγμάτευση πρέπει να ολοκληρωθεί εντός έξι μηνών. Η καθυστέρηση συνεπάγεται αυτόματη καταγραφή παράβασης, ενημέρωση της Τράπεζας της Ελλάδος και αναστολή εκτοκισμού και κεφαλαιοποίησης τόκων έως την απάντηση.
Όπως τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Θεώνη Αλαμπάση «οι νέοι κανόνες προβλέπουν συγκεκριμένο χρόνο για τη διμερή διαπραγμάτευση, πλαφόν 15% στην προκαταβολή και τεκμηριωμένες προτάσεις που προσαρμόζονται στην πραγματική οικονομική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη. Παράλληλα, προστατεύουν τον συνεπή οφειλέτη: όταν τηρεί τη ρύθμισή του, δεν μπορεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με μέτρα. Και πριν από έναν πλειστηριασμό, ο πιστωτής θα πρέπει να έχει προηγουμένως καταθέσει πραγματική και τεκμηριωμένη πρόταση ρύθμισης».
- Τρεις μήνες πριν από τον πλειστηριασμό, ο πιστωτής υποχρεούται να υποβάλει κατάλληλη, βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση ρύθμισης.
- Η προκαταβολή για απευθείας διμερή ρύθμιση περιορίζεται στο 15% της οφειλής, από πρακτικές που, κατά την κυβέρνηση, μπορούσαν να φτάνουν έως και το 50%. Το μέτρο αναμένεται να διευκολύνει την ολοκλήρωση συμφωνιών, ιδίως για οφειλέτες με περιορισμένη ρευστότητα, με δυνατότητα χαμηλότερου ποσοστού όταν τεκμηριώνονται οικονομική δυσχέρεια, κοινωνικά κριτήρια ή προβλήματα υγείας.
- Απαγορεύονται η καταγγελία της σύμβασης, τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης και οι πλειστηριασμοί από τον διαχειριστή της απαίτησης, όσο ο δανειολήπτης τηρεί ενεργή τη ρύθμιση. Σε περίπτωση παραβίασης, οι πράξεις είναι άκυρες, στον οφειλέτη πιστώνεται ποσό ίσο με πέντε μηνιαίες δόσεις και η ρύθμιση παρατείνεται ισόχρονα, ενώ το πρόστιμο μπορεί να φτάσει έως τις 500.000 ευρώ ανά δανειολήπτη.
- Όταν ο οφειλέτης υποβάλλει αίτηση με πλήρη φάκελο, ο πιστωτής οφείλει να απαντήσει εντός τριών μηνών, καταθέτοντας βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση ή αιτιολογημένη απόρριψη. Ο οφειλέτης έχει έναν μήνα για να απαντήσει και η διαδικασία πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το αργότερο εντός έξι μηνών, ακόμη και για οφειλές που βρίσκονται σε στάδιο αναγκαστικής εκτέλεσης.
- Η πρόταση των servicers πρέπει να αποτυπώνει τα εισοδηματικά και περιουσιακά δεδομένα στα οποία στηρίζεται και, όπου είναι εφικτό, να περιλαμβάνει δύο εναλλακτικές λύσεις. Αν ο πιστωτής υπερβεί την τρίμηνη προθεσμία, καταγράφεται αυτοδίκαια παράβαση, ενημερώνεται η Τράπεζα της Ελλάδος και αναστέλλονται ο εκτοκισμός και η κεφαλαιοποίηση τόκων έως την απάντηση.
Σε κάθε περίπτωση, ο οφειλέτης αποκτά δικαίωμα να ζητήσει, χωρίς επιβάρυνση, αναλυτική εικόνα της οφειλής του, η οποία θα περιλαμβάνει συμβάσεις και τροποποιήσεις, ιστορικό πληρωμών, υπολογισμό επιτοκίου, κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και κάθε άλλη χρέωση. Τα στοιχεία πρέπει να χορηγούνται εντός 45 ημερών. Σε αντίθετη περίπτωση, αναστέλλεται ο εκτοκισμός μέχρι να απαντηθεί πλήρως το αίτημά του.






























