Γιατί η απόσταση ασφαλείας είναι μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις που παίρνουμε πίσω από το τιμόνι.
Οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές μάς υπενθυμίζουν ότι οι συνθήκες στον δρόμο μπορούν να αλλάξουν μέσα σε λίγα λεπτά. Η υγρασία, το νερό στο οδόστρωμα, η περιορισμένη ορατότητα και η μειωμένη πρόσφυση δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο ακόμη και μια συνηθισμένη διαδρομή απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή.
Κι όμως, υπάρχει μια απλή οδηγική συνήθεια που μπορεί να κάνει ουσιαστική διαφορά στην ασφάλειά μας: να διατηρούμε επαρκή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα.
Η απόσταση ασφαλείας δεν μετριέται μόνο σε μέτρα
Πολλοί οδηγοί εκτιμούν την απόσταση από το προπορευόμενο όχημα με το μάτι. Όμως η απόσταση που χρειαζόμαστε για να αντιδράσουμε και να σταματήσουμε εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.
Η ταχύτητα, η κατάσταση του οδοστρώματος, τα ελαστικά, η ορατότητα και ο χρόνος αντίδρασης του οδηγού επηρεάζουν καθοριστικά το αποτέλεσμα.
Ας σκεφτούμε ένα απλό παράδειγμα.
Ένα αυτοκίνητο που κινείται με ταχύτητα 70 χιλιομέτρων την ώρα διανύει περίπου 21 μέτρα κάθε δευτερόλεπτο.
Αυτό σημαίνει ότι, αν ο οδηγός χρειαστεί ένα δευτερόλεπτο για να αντιληφθεί έναν κίνδυνο και να αρχίσει να αντιδρά, το όχημά του θα έχει ήδη διανύσει σχεδόν 20 μέτρα, πριν ακόμη αρχίσει η ουσιαστική επιβράδυνση.
Και αυτά τα μέτρα προστίθενται στην απόσταση που χρειάζεται το όχημα για να σταματήσει.
Τι αλλάζει όταν ο δρόμος είναι βρεγμένος;
Σε βρεγμένο οδόστρωμα, η διαθέσιμη πρόσφυση μεταξύ ελαστικών και δρόμου μπορεί να μειωθεί σημαντικά.
Αυτό επηρεάζει όχι μόνο την πέδηση, αλλά και τη δυνατότητα του οχήματος να αλλάξει κατεύθυνση με ασφάλεια.
Αν χρειαστεί να αποφύγουμε ξαφνικά ένα εμπόδιο ή να αντιδράσουμε στο απότομο φρενάρισμα του προπορευόμενου οχήματος, τα περιθώρια αντίδρασης είναι μικρότερα.
Γι’ αυτό, σε συνθήκες βροχής, μια χρήσιμη πρακτική είναι να διπλασιάζουμε τουλάχιστον το χρονικό διάστημα που μας χωρίζει από το προπορευόμενο όχημα, σε σχέση με τις καλές συνθήκες.
Πρόκειται για έναν πρακτικό κανόνα πρόληψης και όχι για εγγύηση ότι η απόσταση είναι πάντοτε επαρκής. Σε έντονη βροχόπτωση, λιμνάζοντα νερά ή ιδιαίτερα ολισθηρό οδόστρωμα μπορεί να απαιτείται ακόμη μεγαλύτερη απόσταση και χαμηλότερη ταχύτητα.
Ο κανόνας των 2 δευτερολέπτων!!!
Ένας εύκολος τρόπος να εκτιμήσουμε την απόσταση ασφαλείας είναι να χρησιμοποιήσουμε ένα σταθερό σημείο του δρόμου, όπως μια πινακίδα ή μια κολόνα.
Όταν το προπορευόμενο όχημα περάσει από αυτό το σημείο, αρχίζουμε να μετράμε τα δευτερόλεπτα μέχρι να φτάσουμε εμείς στο ίδιο σημείο.
Σε καλές συνθήκες, τα δύο δευτερόλεπτα αποτελούν έναν συνηθισμένο ελάχιστο πρακτικό κανόνα.
Στη βροχή, επιδιώκουμε τουλάχιστον 4 δευτερόλεπτα.
Στα 70 χιλιόμετρα την ώρα, τέσσερα δευτερόλεπτα αντιστοιχούν σε περίπου 80 μέτρα.
Η μέθοδος αυτή μας βοηθά να προσαρμόζουμε την απόσταση στην ταχύτητα με την οποία κινούμαστε, χωρίς να χρειάζεται να υπολογίζουμε συνεχώς μέτρα.
Η τεχνολογία βοηθά, αλλά δεν καταργεί τους νόμους της φυσικής
Τα σύγχρονα αυτοκίνητα διαθέτουν σημαντικά συστήματα ενεργητικής ασφάλειας.
Το ABS βοηθά τον οδηγό να διατηρεί τη δυνατότητα κατευθυντικού ελέγχου κατά το έντονο φρενάρισμα. Το ESC συμβάλλει στη διατήρηση της ευστάθειας, ενώ τα συστήματα αυτόματης πέδησης έκτακτης ανάγκης μπορούν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να προειδοποιήσουν ή να επέμβουν όταν εντοπίσουν κίνδυνο σύγκρουσης.
Ωστόσο, κανένα από αυτά τα συστήματα δεν μπορεί να δημιουργήσει πρόσφυση εκεί όπου αυτή δεν επαρκεί!
Η τεχνολογία υποστηρίζει τον οδηγό. Δεν αντικαθιστά την πρόβλεψη, την προσοχή και τη σωστή απόσταση ασφαλείας.
Η απόσταση ασφαλείας είναι και ζήτημα συμπεριφοράς.
Συχνά παρατηρούμε οχήματα να κινούνται σε πολύ μικρή απόσταση το ένα πίσω από το άλλο, ακόμη και όταν βρέχει.
Μερικές φορές αυτό συμβαίνει από βιασύνη, άλλες από συνήθεια ή επειδή ο οδηγός υπερεκτιμά τις δυνατότητές του.
Όμως η μικρή απόσταση δεν μας εξασφαλίζει ουσιαστικό κέρδος χρόνου. Αντίθετα, περιορίζει τον χρόνο αντίδρασης και αυξάνει την πιθανότητα σύγκρουσης.
Η ασφαλής οδήγηση δεν απαιτεί μόνο γνώση των κανόνων κυκλοφορίας. Απαιτεί αυτοέλεγχο, σωστή εκτίμηση του κινδύνου και σεβασμό προς τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου.
Ιδιαίτερα όταν οι καιρικές συνθήκες επιδεινώνονται, χρειάζεται να προσαρμόζουμε την ταχύτητα, να αποφεύγουμε τους απότομους χειρισμούς και να αυξάνουμε την απόσταση από τα προπορευόμενα οχήματα.
Λίγα μέτρα περισσότερα, πολύ μεγαλύτερο περιθώριο ασφάλειας.
Η οδική ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από τις μεγάλες αποφάσεις που παίρνουμε σε μια δύσκολη στιγμή.
Καθορίζεται και από τις μικρές, καθημερινές επιλογές μας.
Από το πόσο γρήγορα οδηγούμε. Από το πόσο προσεκτικά παρατηρούμε τον δρόμο. Από το αν προσαρμόζουμε τη συμπεριφορά μας όταν αρχίζει να βρέχει.
Και, κυρίως, από το αν αφήνουμε αρκετό χώρο και χρόνο για να αντιμετωπίσουμε το απρόβλεπτο.
Γιατί στον δρόμο, η απόσταση που κρατάμε από τον άλλον δεν είναι χαμένος χώρος. Είναι χώρος ασφάλειας.
Κωλέττης Στέλιος
Εκπαιδευτής Οδηγών και Κυκλοφοριακής Αγωγής
Συνιδρυτής & Συνιδιοκτήτης των Transport Training Center και Ldrive




























