Σίλικον Βάλεϊ, τα στόματα αρχίζουν να ανοίγουν

17

Ολοι πάνω-κάτω γνωρίζουμε ότι η Σίλικον Βάλεϊ είναι συνυφασμένη με την τεχνολογική πρόοδο και την καινοτομία. Τα κινητά τηλέφωνα που έχουμε πια όλοι στις παλάμες μας, οι υπολογιστές, κάθε μας επαφή με την τεχνολογία σήμερα, έχει κάποια συνάφεια με εταιρεία που ξεκίνησε να δραστηριοποιείται σε αυτή τη γεωγραφική περιοχή, στον Κόλπο του Σαν Φρανσίσκο, στη Βόρεια Καλιφόρνια. Δεν έχω πάει ποτέ εκεί, αν και πολύ θα το ήθελα. Αν θέλω, όμως, μπορώ να περιηγηθώ δωρεάν και άκοπα, εικονικά, στους δρόμους και στα κτίρια που διαμόρφωσαν το σύγχρονο τοπίο της τεχνολογίας, μέσω του Google Street View. Τα τεχνολογικά εργαλεία που έχει δώσει στην ανθρωπότητα η Σίλικον Βάλεϊ είναι πράγματι εντυπωσιακά, και κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη χρησιμότητα, τη «μαγεία», την ελκυστικότητά τους. Τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων που χρησιμοποιούν αυτές τις κομψές τεχνολογίες, δεν έχουν πέσει απαραίτητα σε μια καλοστημένη πλάνη. Τα τεχνολογικά προϊόντα και οι υπηρεσίες που γεννήθηκαν στα εργαστήρια της Σίλικον Βάλεϊ, δεν είναι μόνο ακαταμάχητα, αλλά πατούν στέρεα σε ανθρώπινες ανάγκες. Κατ’ επέκταση, είναι πολύ λογικό, να υιοθετούνται από τους πάντες, παντού και πάντα. 

«Ποτέ ώς τώρα στην ιστορία δεν άγγιξε ένας τόπος τόσο πολλές ζωές, για το καλύτερο ή το χειρότερο», γράφει ο Ερικ Γουέινερ στη «Γεωγραφία της μεγαλοφυΐας» (εκδ. Τραυλός, 2018). Η πραγματική εικόνα, πίσω απ’ τις ιστορίες επιτυχίας και τον πλούτο των δισεκατομμυριούχων του «νέου χρήματος», δεν είναι αγγελική. Η ακραία επιτυχία της τεχνολογικής ηγεμονίας της Σίλικον Βάλεϊ έχει αρχίσει, ειδικά μετά τις προεδρικές εκλογές του 2016, να κλονίζεται. Πόσο ανεκτικός κι ανθεκτικός μπορεί να είναι ένας τόπος άνθησης της δημιουργικότητας στην κριτική; Η Σίλικον Βάλεϊ αποδεικνύει τα τελευταία χρόνια, ότι δεν είναι καθόλου η ουτοπία που πίστευαν όσοι θέλουν να την αντιγράψουν. Το αμφίσημο πρόσωπό της και η αλαζονεία της αποκαλύπτονται στις περίφημες και τακτικές πλέον ακροάσεις στο Κογκρέσο, όπου οι δισεκατομμυριούχοι ιδρυτές των τεχνολογικών κολοσσών υποχρεώνονται να απαντούν σε ενοχλητικές και ενίοτε αφελείς ερωτήσεις παραδοσιακών πολιτικών. 

Αποδεικνύεται εδώ ότι η καινοτομία έχει κόστη. Δημοσιογραφικές και πανεπιστημιακές έρευνες φέρνουν στο φως ενοχλητικά στοιχεία για τις συνθήκες που επικρατούν στο κέντρο της παγκόσμιας τεχνολογικής καινοτομίας, και για τις κοινωνικές, πολιτικές και ψυχολογικές επιπτώσεις των προϊόντων και των υπηρεσιών της. Τα στόματα αρχίζουν να ανοίγουν. Οι ίδιοι οι τεχνολόγοι, οι προγραμματιστές, οι μηχανικοί, οι υπάλληλοι, τα στελέχη των εταιρικών γιγάντων τολμούν να απομαγεύσουν τον ιερό αυτό χώρο, του οποίου η θρησκεία και το δόγμα είναι η πίστη στην τεχνολογία.

Ισως βέβαια αυτή είναι η δύναμη του παρόντος υποδείγματος και της ίδιας της Σίλικον Βάλεϊ: το ότι γίνεται ανοικτή κριτική, υπάρχει διαφάνεια, διάλογος, της δίνει τη δυνατότητα να προβεί σε διορθώσεις, ώστε να μη χάσει σύντομα την πρωτοκαθεδρία. Ο μεγάλος της ανταγωνιστής, η Κίνα εν συνόλω, απορρίπτει συλλήβδην την πληροφόρηση και την κριτική.    

Στο δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ «Το κοινωνικό δίλημμα» (The Social Dilemma, Netflix, 2020) του Τζέιμς Ορλόφσκι μιλούν μόνο άνθρωποι που γνωρίζουν. Οι λεγόμενοι insiders. Ο Τρίσταν Χάρις, ο βασικός πρωταγωνιστής, είναι πρώην υπάλληλος του τομέα Ηθικής της Google, κι έχει αναδειχθεί ως ο υπ’ αριθμόν ένα κριτικός της βιομηχανίας της big tech (της επονομαζόμενης Μεγάλης Τεχνολογικής Βιομηχανίας). Εχει ιδρύσει τον οργανισμό Center for Humane Technology, ευελπιστώντας να στρέψει τους ψηφιακούς κολοσσούς σε πιο ηθικά μονοπάτια. Ο Χάρις λέει στο ντοκιμαντέρ το αυτονόητο: η τεχνητή νοημοσύνη είναι εδώ. «Είναι σαν ένα πείραμα φυλακής» διατείνεται, «όπου καλούμε τον κόσμο μέσα σε ένα μάτριξ και μετά βγάζουμε χρήματα και δεδομένα απ’ τη δραστηριότητά τους, με μόνο σκοπό το κέρδος. Και δεν είμαστε καν ενήμεροι ότι αυτό συμβαίνει». 

«Χάσαμε τον δρόμο μας» προσθέτει, επιχειρώντας να διαφωτίσει και να κινητοποιήσει και άλλους προγραμματιστές να μιλήσουν. Ο Χάρις τονίζει με κάθε ευκαιρία την ευθύνη των εταιρειών και των μηχανικών. «Ομάδες μηχανικών χακάρουν την ανθρώπινη ψυχολογία, για να πάρουν περισσότερη ανάπτυξη, περισσότερους εγγεγραμμένους χρήστες», ομολογεί. «Θέλουμε να σας χειραγωγήσουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται», λέει ο Τσάμαθ Παλιχαπιτίγια, πρώην αντιπρόεδρος ανάπτυξης χρηστών του Facebook, «προσφέροντάς σας ντοπαμίνη, το κάναμε στο Facebook, το κάνουν το Instagram, το WhatsΑpp, το Twitter, το Snapchat». Αφού το λένε οι ίδιοι οι άνθρωποι της Σίλικον Βάλεϊ, εμείς γιατί να μην τους πιστέψουμε;

Η πλατφόρμα του Facebook στο μικροσκόπιο

«Facebook: The Inside Story», του βετεράνου δημοσιογράφου τεχνολογικών θεμάτων Στίβεν Λέβι.

Το τεχνολογικό θαύμα της Σίλικον Βάλεϊ που δέχεται αναγκαστικά τη μεγαλύτερη προσοχή τα τελευταία χρόνια είναι το «λειτουργικό σύστημα των ζωών μας», η πλατφόρμα του Facebook. Μπαίνει στο στόχαστρο γιατί φέρεται πειστικά να έχει επηρεάσει εκλογικά αποτελέσματα, να έχει δώσει συστηματικά βήμα και γόνιμο έδαφος ανάπτυξης σε εξτρεμισμούς, λαϊκισμούς, πολώσεις και πολλά άλλα δεινά. Εσχάτως, δημιουργείται κι εδώ η τάση πρώην υπαλλήλων της εταιρείας, να βγαίνουν και να απολογούνται για όσα βίωσαν ως εργαζόμενοι εκεί. 

Τον Σεπτέμβριο του 2020, η Σόφι Γιανγκ, έχει μόλις απολυθεί από το Facebook και καταγγέλλει σοβαρές ατασθαλίες της πλατφόρμας. «Εχω αίμα στα χέρια μου», δηλώνει. Θεωρεί ότι ο λόγος της απόλυσής της σχετίζεται ευθέως με τις καταγγελίες της. Το νόημα είναι ότι η εταιρεία δεν κάνει αρκετά ώστε να ανακόψει το κακό που τρέφει στους κόλπους της. «Στα τρία χρόνια που ήμουν στο Facebook» γράφει η Γιανγκ, «έγινα μάρτυρας καταφανών προσπαθειών από ξένες εθνικές κυβερνήσεις, να εισβάλουν στην πλατφόρμα σε μαζική κλίμακα και να παραπλανήσουν τους ίδιους τους πολίτες τους». Αλλά κανείς μέσα στη μηχανή δεν ήθελε να ακούσει. 

Η πιο πρόσφατη δημοσιογραφική έρευνα για το Facebook έχει αποκρυσταλλωθεί στο βιβλίο «Facebook: The Inside Story» (Penguin, 2020). Στις σελίδες του, ο βετεράνος δημοσιογράφος τεχνολογικών θεμάτων Στίβεν Λέβι, αφηγείται την αθέατη ιστορία του Facebook έχοντας εξασφαλίσει προνομιακή πρόσβαση τόσο στα γραφεία των υπαλλήλων όσο και στο ίδιο το σπίτι του ιδρυτή του, Μαρκ Ζάκερμπεργκ. Επί τρία χρόνια, εκμυστηρεύεται ο συγγραφέας, «κατέγραφα την πιο περίπλοκη, δραματική, και πολωτική ιστορία που βίωσα ποτέ στην καριέρα του». Μια αξιοζήλευτη καριέρα που γέννησε σπουδαία βιβλία της τεχνολογικής ιστορίας των καιρών μας, όπως το κλασικό «Hackers, heroes of the computer revolution» (εκδ. O’ Reilly, 2010). 

Το κείμενο του Λέβι αποτελεί τεκμήριο δημοσιογραφικής κάλυψης, που φωτίζει τόσο τα λαμπερά όσο και τα σκοτεινά σημεία της τεράστιας επιτυχίας της τεχνολογικής αυτής μηχανής που γεννήθηκε και μεγάλωσε επίσης στην Κοιλάδα του Πυριτίου. Πρόκειται για ένα συναρπαστικό χρονικό της ανάδυσης ενός καινούργιου κόσμου. Και παρότι κρατά συνειδητά αποστάσεις, και προσπαθεί να ισορροπεί την κριτική του με την υπερασπιστική γραμμή της εταιρείας και του ίδιου του ιδρυτή της, δεν τους χαρίζεται. Στην εισαγωγή κιόλας γράφει: «Αυτές οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες βασίστηκαν αρχικά στον ιδεαλισμό των ιδρυτών τους, αλλά τώρα αντιμετωπίζονται ως μέρος μιας φαουστικής διαπραγμάτευσης: για τα θαύματα που μας προσφέρουν πληρώνουμε τίμημα, με την προσοχή μας, την ιδιωτικότητά μας, τον αλληλοσεβασμό μας. Και τώρα τρομάζουμε με την εξουσία τους». 

Το νόημα είναι απλό: εσύ κι εγώ, ο χρήστης της πλατφόρμας ως άλλοι Φάουστ, δημιουργήσαμε λογαριασμό στο Facebook κι υπογράψαμε μια συμφωνία με τον Ζάκερμπεργκ, έναν ακόμα «σπασίκλα με όνειρα», χωρίς να διαβάσουμε τους εκτενείς της όρους ποτέ, ώστε να μας προσφερθεί διασκέδαση, ενημέρωση,  επικοινωνία, και εξουσία στην παλάμη του χεριού μας. Το τίμημα ήταν να χάσουμε την «ψυχή» μας. Εχουμε εθιστεί στα λάικ λες και παίζουμε σε κουλοχέρη, δεν μπορούμε να συγκεντρωθούμε, νιώθουμε πολύ πιο μόνοι, συγκρινόμαστε διαρκώς, και νιώθουμε πολύ πιο αδύναμοι να επηρεάσουμε τα πράγματα. Το Facebook μας έκανε όλους αλγοριθμικές μαριονέτες. Ο Μαρκ, ως άλλος Μεφιστοφελής, μας ξεγέλασε. Το μόνο που ήθελε κι αυτός, ήταν να μας κάνει να κάνουμε κλικ πάνω σε διαφημίσεις. Μοιραία οι προβολείς στρέφονται επάνω του, στον εμπνευστή του μηχανισμού με τις αθλητικές παντόφλες, το εφηβικό χαμόγελο, τις μεγάλες ιδέες και το χαρακτηριστικό κοντομάνικο γκρι μπλουζάκι των 300 δολαρίων. 

Στο βιβλίο του «Antisocial media, How Facebook disconnects us and undermines democracy», (Oxford University Press, 2018) ο καθηγητής μέσων ενημέρωσης στο πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια των ΗΠΑ, Σίβα Βεϊντιανάθαν, υποστηρίζει ότι αντί το μέσο δικτύωσης να μας φέρνει πιο κοντά, αντί να κάνει τον κόσμο πιο ανοιχτό και διασυνδεδεμένο, κάνει το αντίθετο, μας απομακρύνει κλείνοντάς μας σε παράλληλα σύμπαντα, και την ίδια στιγμή, θέτει σε κίνηση ακούσια έναν μηχανισμό υπονόμευσης της δημοκρατίας. «Ενα από τα κίνητρά μου να γράψω αυτό το βιβλίο είναι να προκαλέσω μια συζήτηση πριν το Facebook γίνει ένας μύθος και δεν μπορούμε να φανταστούμε τη ζωή χωρίς αυτό. Φοβάμαι ότι ίσως είναι αργά», γράφει ξεκινώντας την ανησυχητική απαρίθμηση των προβλημάτων που έχει επιφέρει παγκοσμίως η πλατφόρμα. Για τον Βεϊντιανάθαν όλα ξεκινούν από το ότι ο Μαρκ είναι «βαθιά αμόρφωτος». Ο Ζάκερμπεργκ, γράφει, «δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει τις λεπτές αποχρώσεις, τις επιπλοκές, τα ενδεχόμενα, ή ακόμα και τις δυσκολίες που προκύπτουν στην πορεία. Διαπνέεται από ένα ζωηρό ηθικό πάθος, αλλά του λείπει η αίσθηση της Ιστορίας, και των τρομερών πραγμάτων που μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι ο ένας εναντίον του άλλου, κι όλοι εναντίον του πλανήτη. Ο Ζάκερμπεργκ είναι ένας έξοχος κατασκευαστής. Αλλά όταν κάποιος γίνεται τόσο γρήγορα πλούσιος, οι ισχυροί άνθρωποι αρχίζουν να τον παίρνουν στα σοβαρά πάνω σε ζητήματα για τα οποία εκείνος στερείται κατανόησης». Ωστόσο, ο Λέβι στο πολύ καλά τεκμηριωμένο βιβλίο του υπερασπίζεται σθεναρά τον Μαρκ μιλώντας για το πάθος του με αρχαία κείμενα Ελλήνων και Ρωμαίων φιλοσόφων. 

Σε κάθε περίπτωση, ο Βεϊντιανάθαν θεωρεί ότι το Facebook είναι μια ιστορία ύβρεως που έχει παραχθεί από καλές προθέσεις, από ένα αποστολικό πνεύμα, και από μια μηχανιστική ιδεολογία που βλέπει τον κώδικα των υπολογιστών ως τη λύση όλων των ανθρώπινων προβλημάτων. Η τυπική ιδεολογία των νεοφυών επιχειρήσεων της Σίλικον Βάλεϊ. «Αν ο Μαρκ δεν επέμενε τόσο στο να κάνει τον κόσμο ένα καλύτερο μέρος, και εστίαζε μόνο στο κέρδος του, ίσως να μη γινόταν όλο αυτό», αναφέρει. Για τον καθηγητή, τo Facebook έχει συμβάλλει καθοριστικά στην μόλυνση του τοπίου της πληροφορίας, έχει ενισχύσει το συναισθηματισμό στη δημόσια έκφραση ευνοώντας τη διάχυση περιεχομένων που παράγουν έντονες αντιδράσεις, κι έχει κάνει όλο και δυσκολότερη τη συνάντηση με διαφορετικούς ανθρώπους κι άλλες γνώμες, κλείνοντας τους χρήστες σε δωμάτια ομοφωνίας. Το χειρότερο όλων είναι ότι έχει κάνει σχεδόν ανέφικτη τη συλλογική αντιμετώπιση των προβλημάτων, γεγονός που «απειλεί συλλογικά τις ζωές όλων μας». «Είμαστε τα θύματα της επιτυχίας του», καταλήγει.

«Ενα τέρας που έχει αφεθεί ελεύθερο»

Στο δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ του Netflix «Το κοινωνικό δίλημμα» (The Social Dilemma) μιλούν άνθρωποι που γνωρίζουν «από μέσα» το θέμα.

Αν η ανάλυση του καθηγητή μοιάζει πολύ θεωρητική, τότε η μαρτυρία ενός πραγματιστή επιχειρηματία και επενδυτή δεν μπορεί να αφήσει πολλά περιθώρια παρερμηνειών για τη φαουστική συμφωνία του κυρίαρχου μέσου δικτύωσης. Επί μία δεκαετία, ο Ρότζερ Μακνάμι ήταν ένας αληθινός πιστός. Η θρησκεία του τεχνολογικού θαύματος, οι θεοί και τα σύμβολά της τον βρήκαν τη σωστή στιγμή στο σωστό μέρος, στη Χρυσή Εποχή της Σίλικον Βάλεϊ, να δίνει ως μέντορας τις συμβουλές του στον Μαρκ Ζάκερμπεργκ και να είναι από πολύ νωρίς ένας εκ των επενδυτών του Facebook. Επί μία δεκαετία, ο Μακνάμι ήταν ένας ευαγγελιστής των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ένας ένθερμος οπαδός που πίστευε στο ουτοπιστικό όραμα των τεχνολογικών γιγάντων. Ξαφνικά, όμως, όλα άλλαξαν. «Ημουν σαν τον Τζίμι Στιούαρτ στον “Σιωπηλό μάρτυρα” του Χίτσκοκ», γράφει στην πρώτη σελίδα του βιβλίου του «Zucked, Waking Up to the Facebook catastrophe», (εκδ. HarperCollins, 2019), «κοίταζα κι εγώ τη δουλειά μου, μέχρι τη στιγμή που στο απέναντι διαμέρισμα παρατήρησα να συμβαίνει κάτι που έμοιαζε με εγκληματική πράξη, και τότε, αναρωτήθηκα αν έπρεπε να κάνω κάτι γι’ αυτό. Στην περίπτωσή μου έκανα καριέρα προσπαθώντας να εξάγω ευφυή συμπεράσματα απ’ την ατελή πληροφόρηση, και μια μέρα στις αρχές του 2016 άρχισα να βλέπω πράγματα στο Facebook που δεν έδειχναν καθόλου σωστά. Αρχισα να ακολουθώ το νήμα και μου αποκαλύφθηκε μια καταστροφή». 

Ο άλλοτε μέντορας του Ζάκερμπεργκ, ο οποίος εμφανίζεται και στο ντοκιμαντέρ «Το κοινωνικό δίλημμα», δεν πιστεύει ότι πίσω απ’ τα τιμήματα της φαουστικής συμφωνίας υπάρχει ρητή πρόθεση βλάβης του κόσμου. Τα νέα μέσα «δεν προκάλεσαν τον μετασχηματισμό της παγκόσμιας πολιτικής αλλά τον διευκόλυναν, τον επιτάχυναν, και εξασφάλισαν ότι θα φτάσει την ίδια στιγμή σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου ταυτόχρονα». Οι επιλογές των ηγετικών στελεχών, και του ίδιου του Ζάκερμπεργκ, έχουν δημιουργήσει ένα τέρας που έχει αφεθεί ελεύθερο να κανοναρχεί και να απειλεί τα πάντα, και πρώτα απ’ όλα τη δημοκρατία. Στην ουσία, «έχουν δημιουργήσει ένα όπλο για όσους θέλουν να επιβάλουν τη βούλησή τους πάνω στους αδύναμους». 

«Ως πολίτες κι ως κοινωνίες» γράφει, «ήμασταν εντελώς απροετοίμαστοι μπροστά στις κοινωνικές και πολιτικές πιέσεις που ασκήθηκαν απ’ τις διαδικτυακές πλατφόρμες. Εμφανίστηκαν τόσο ξαφνικά, και η επιρροή τους εξαπλώθηκε τόσο γρήγορα, που έπιασαν στον ύπνο τους πολιτισμικούς, πολιτικούς και νομικούς θεσμούς μας. Πολλοί μπαίνουν στον πειρασμό να χαλαρώσουν τώρα που πέρασαν αρκετές εκλογικές αναμετρήσεις χωρίς εμφανή ξένη ανάμειξη. Μπορεί σήμερα οι ευσυνείδητοι πολίτες να κοιμούνται ήσυχοι νομίζοντας ότι οι πολιτικοί έχουν καταλάβει τη σοβαρότητα του θέματος, αλλά η ξένη εμπλοκή στις εκλογές διά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι απλώς το σύμπτωμα ενός μεγαλύτερου προβλήματος για το οποίο πρέπει να λογοδοτήσουν οι διαδικτυακές πλατφόρμες, και μόνον αυτές».

Τα βιβλία «Anti-social media – How Facebook Disconnects Us and Undermines Democracy» του καθηγητή μέσων ενημέρωσης Σίβα Βεϊντιανάθαν και «Zucked, Waking Up to the Facebook catastrophe» του Ρότζερ Μακνάμι.

«Χωρίς υπερβολή», συμπεραίνει ο Μακνάμι, «οι διαδικτυακές πλατφόρμες συνιστούν τη μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια τάξη. Αν θέλουμε να αποφύγουμε ένα απολυταρχικό μέλλον, πρέπει να μειώσουμε την επιρροή τους, γιατί δίνουν στους αυταρχικούς τη δυνατότητα να επιβάλλουν εύκολα τη θέλησή τους. Δε είναι δυνατόν τα όποια ατομικά οφέλη του Facebook, να δικαιολογούν συλλογικές βλάβες σε δισεκατομμύρια ανθρώπων, να δικαιολογούν την αποσταθεροποίηση κρίσιμων θεσμών, του Τύπου, των εκλεκτορικών συστημάτων, και των διεθνών συστημάτων διακυβέρνησης, που προστατεύουν τους αθώους».  

Ο Σίβα Βεϊντιανάθαν θεωρεί ότι μακροπρόθεσμα υπάρχει ελπίδα, μολονότι το Facebook είναι πια πολύ μεγάλο για να αντιμετωπιστεί συνολικά. Συμφωνεί με τον Μακνάμι ότι χρειάζεται επειγόντως να αναληφθεί δράση. Το κοντινό παρελθόν μας δείχνει ότι οι πλατφόρμες από μόνες τους δεν θα κινητοποιηθούν στην κατεύθυνση κάποιας σοβαρής λύσης. Οι πιο πρόσφατες ακροάσεις της 29ης Ιουλίου 2020, όπου οι ηγέτες των μεγαλύτερων τεχνολογικών εταιρειών κλήθηκαν να καταθέσουν στην επιτροπή του Κογκρέσου εναντίον των μονοπωλίων, ίσως να είναι μια αρχή.

Ο Μακνάμι οραματίζεται δισεκατομμύρια χρηστών να επαναστατούν με τρόπους τέτοιους που κάνουν τις πλατφόρμες να αλλάζουν ριζικά προς το συμφέρον των πολιτών. ΄Η ότι οι υπάλληλοι του Facebook γίνονται οι ίδιοι φορείς της αλλαγής. Προς το παρόν, οι φωνές είναι μεμονωμένες. Αλλά κάτι δείχνει να αλλάζει. Ως και οι διασημότητες που έχουν ωφεληθεί αφάνταστα απ’ τα social media, αρχίζουν δοκιμαστικά να μποϊκοτάρουν έστω για μια μέρα τις πλατφόρμες, συμμετέχοντας σε κινήματα του ύφους #StopHateForProfit.

Τρεις γυναίκες, μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος

Κορίτσι ποζάρει μπροστά από ένα… Like που κρατάει λουλούδια. (Φωτ. SHUTTERSTOCK)

Φαίνεται ότι οι γυναίκες, αυτή η ισχνή μειοψηφία των εργαζομένων στη Σίλικον Βάλεϊ, έχει μεγαλύτερα κότσια. Ολες οι αξιοσημείωτες μαρτυρίες των τελευταίων δύο χρόνων προέρχονται από γυναίκες, που δούλεψαν σ’ αυτό τον συντριπτικά ανδροκρατούμενο χώρο, και θέλησαν έπειτα να μοιραστούν τις εμπειρίες τους. Και δεν είναι μόνο –όπως θα περίμενε κάποιος– ιστορίες σεξουαλικής παρενόχλησης αυτά που καταγράφουν.

Ομολογούν συστημικά προβλήματα και καταχρήσεις εξουσίας που ελάχιστοι τολμούν να παραδεχθούν δημόσια. 

Η Σούζαν Φάουλερ, ένα φτωχό κορίτσι από την Αριζόνα, εργάστηκε στην εφαρμογή ενοικίασης οχημάτων Uber. Οι γυναίκες εκεί συνιστούσαν μόλις το 3% του εργατικού δυναμικού. Από την πρώτη στιγμή άρχισε να δέχεται σεξουαλική παρενόχληση από τον διευθυντή της. Κάνει αναφορά στους ανώτερους αλλά πέφτει σε τοίχο. Η εταιρική κουλτούρα δεν τιμωρεί τους υπαλλήλους με τα υψηλά επιτεύγματα, κι ο διευθυντής ήταν ένας απ’ αυτούς.

«Whistleblower, My journey to Silicon Valley and fight for justice at Uber» της Σούζαν Φάουλερ.

Στην περίπτωση της Φάουλερ όμως, υπήρξε αλλαγή. Η Uber απομάκρυνε τον διευθύνοντα σύμβουλό της και αυστηροποίησε πρωτόκολλα και κανονισμούς. Στο βιβλίο της «Whistleblower, My journey to Silicon Valley and fight for justice at Uber» (εκδ. Viking, 2020) η Φάουλερ περιγράφει τα βρώμικα πολιτικά παιχνίδια στο εσωτερικό των εταιρειών και την πολύ φτωχή εκπροσώπηση των γυναικών σε αυτούς τους χώρους. Το παράδειγμά της βοήθησε κι άλλες γυναίκες να βγουν και να μιλήσουν. 

Ποδήλατα για τους εργαζομένους στους τεράστιους χώρους της Google. (Φωτ. SHUTTERSTOCK)

Στο ντοκιμαντέρ The Great Hack (Netflix, 2019) των Γεχάν Νουτζαΐμ και Καρίμ Αμέρ, περιγράφεται γλαφυρά το σκάνδαλο της Cambridge Analytica. Η ταινία βασίζεται στη μαρτυρία της Μπρίτανι Κάιζερ, πρώην υπαλλήλου της εν λόγω εταιρείας, η οποία μόλις κυκλοφόρησε το δικό της βιβλίο. Το «Targeted, My inside story of Cambridge Analytica and how Trump, Brexit and Facebook broke democracy» (εκδ. Harper Collins, 2019 – το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδ. Καστανιώτη), είναι η αναλυτική καταγραφή της διαδρομής της στα νέα κέντρα εξουσίας. Η Κάιζερ, για να στηρίξει οικονομικά τους βασανισμένους γονείς της δέχεται να συμβιβαστεί με μια δουλειά που πηγαίνει κόντρα στα πολιτικά της πιστεύω.

«Targeted, My inside story of Cambridge Analytica and how Trump, Brexit and Facebook broke democracy» της Μπρίτανι Κάιζερ.

Αναλαμβάνει να παίξει ρόλο στο πλευρό ενός κυνικού επιχειρηματία, ο οποίος εκμεταλλεύεται το Facebook για να επηρεάσει εκλογικά αποτελέσματα. «Βοήθησα να στηθεί αυτή η μηχανή» γράφει, «κι έγινα μάρτυρας της ανόδου του Τραμπ, του Facebook, του Brexit, και της διάλυσης της δημοκρατίας μπροστά στα ίδια μου τα μάτια, είδα το χακάρισμα των ψηφιακών μας ζωών και τη χρήση των δικών μας δεδομένων, εναντίον μας. Τώρα ήρθε η στιγμή να αλλάξει αυτό». Η Κάιζερ γίνεται κι αυτή μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος. Με το κατατοπιστικό της βιβλίο θέλει να κρούσει έναν συναγερμό σχετικά με τη χειραγώγηση των τεχνολογικών εταιρειών. Ιδρύει τον οργανισμό Own Your Data και στο τέλος προσφέρει πέντε συγκεκριμένες συμβουλές για όλους, «προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τους επερχόμενους πολέμους για τα δεδομένα».

«Η γεωγραφία της μεγαλοφυΐας» του Ερικ Γουέινερ.

Η Αννα Γουίενερ όμως προχωρά πιο βαθιά. Η δική τη μαρτυρία της είναι δημιουργική, καυστική, ευφυέστατη. Η πορεία της στη Σίλικον Βάλεϊ είναι ένα ταξίδι, από το οποίο επιστρέφει με μια ανανεωμένη κοσμοθεωρία, ως κανονική πια συγγραφέας. Το βιβλίο «Uncanny Valley, a memoir» (εκδ. 4th Estate, 2020) είναι το πανέξυπνο συγγραφικό ντεμπούτο μιας νέας γυναίκας που παρατηρεί διαρκώς τους άλλους λοξά, και την ίδια στιγμή καταγράφει τις πολιτισμικές πρακτικές ενός ολόκληρου επιχειρηματικού οικοσυστήματος. Αναπλάθει με τη δική της φωνή, αυτά που βρίσκονται κάτω, στο υπόστρωμα της κουλτούρας της Σίλικον Βάλεϊ. Εκεί όπου οι άλλοι μιλούν για μεγέθη, για αριθμούς, για ψυχολογικές επιχειρήσεις χειραγώγησης, για πολέμους δεδομένων, η Γουίενερ μιλά για το «κοινωνικό δίκτυο που όλοι μισούσαν», για τα γραφεία των νεοφυών επιχειρήσεων που μοιάζουν αφόρητα ίδια, για τις ανασφάλειες των επιτυχημένων επιχειρηματιών και για πολλά άλλα στοιχεία που ξεθωριάζουν τη λάμψη και τη γοητεία της Σίλικον Βάλεϊ. Οπως λέει ο Γουέινερ, η γεωγραφία της μεγαλοφυΐας μετατοπίζεται διαρκώς. Κάποτε ήταν η Αρχαία Αθήνα, σήμερα είναι η Σίλικον Βάλεϊ. Η αλαζονεία, ως κύρια αιτία κατάρρευσης αυτών των παραδειγμάτων, φαίνεται ότι επαναλαμβάνεται. Οι insiders τουλάχιστον, αυτό περιγράφουν: μια μηχανή που είναι πια πολύ μεγάλη για να αλλάξει. Ισως κάποιος άλλος τόπος να τρίβει τα χέρια του, και να ετοιμάζεται σιγά σιγά να υποδεχθεί το ταλέντο όλου του κόσμου.

«Uncanny Valley, a memoir» της Αννα Γουίενερ.

Πηγή: kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here