Είναι η τέχνη «δύσκολη» για τα παιδιά;

9

O Ντέιβιντ Χόκνεϊ, ένας από τους σημαντικότερους και πιο πολυσχιδείς εικαστικούς δημιουργούς του 20ού αιώνα, είναι πλέον 83 ετών. Μόνο που αν διαβάσει κανείς το βιβλίο «Η ιστορία των εικόνων», και δη την εικονογραφημένη έκδοση που απευθύνεται στα παιδιά, θα ξαφνιαστεί από τη νεότητα του πνεύματός του. Αλλά και τη διάθεσή του για παιχνίδι και μικρές αποκαλύψεις που μας κάνουν πιο οικείο το έργο του.

Ενα από τα σπουδαία πράγματα στην τέχνη, γράφει ο ίδιος στη εισαγωγή του, και ο λόγος που εξακολουθεί να κάνει τέχνη, είναι ότι κοιτάζοντας μία εικόνα ο καθένας μας έχει άλλη άποψη για το τι βλέπει. 

Και αυτό το βιβλίο των εκδόσεων Καπόν, που τώρα βγαίνει στα βιβλιοπωλεία –βασισμένο στο ομώνυμο best seller για μεγάλους και βραβευμένο για τη σύλληψη και τους δημιουργούς του–, θα μπορούσε και να αποτελεί ένα εγχειρίδιο του βλέμματος. Αλλά και μια μέθοδο δημιουργικής πλοήγησης στον σύνθετο και συχνά χαώδη κόσμο των εικόνων που μας περιβάλλει. Με οδηγούς δύο ειδικούς της τέχνης, τον τεχνοκριτικό Μάρτιν Γκέιφορντ, που με τις ερωτήσεις του κατευθύνει δεξιοτεχνικά τον σπουδαίο ζωγράφο, ο αναγνώστης –και όχι μόνον τα παιδιά– μαθαίνει την ιστορία της τέχνης, από την πρώιμη ζωγραφική στους τοίχους των σπηλαίων έως τις ψηφιακές εικόνες που φτιάχνουν οι υπολογιστές και οι φωτογραφικές μηχανές μας. 

«Η ιστορία των εικόνων για παιδιά» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καπόν.

Η μεταξύ τους συνομιλία, που αποτελεί το περιεχόμενο του βιβλίου, είναι χωρισμένη σε 8 κεφάλαια, τα οποία –ό,τι καλύτερο για τους μικρούς αναγνώστες– έχουν ως επικεφαλίδα μια πρακτική ερώτηση: Γιατί φτιάχνουμε εικόνες; Τι ακριβώς είναι μία σκιά; Πώς οι καλλιτέχνες παίζουν με το φως; Μπορούν οι εικόνες πράγματι να κινηθούν;

Οι απαντήσεις περιέχουν και άλλες ερωτήσεις, όπως συμβαίνει σε έναν πραγματικό διάλογο, κάτι που επίσης απολαμβάνουν τα παιδιά, τα οποία ποτέ δεν σταματούν να ρωτούν «γιατί» και «πώς». Ετσι, αυτός που διαβάζει για τον εαυτό του ή για τους μικρούς ακροατές του, μπορεί να ακολουθήσει τη σειρά των σελίδων ή να διαλέξει το θέμα που τον ενδιαφέρει και να μάθει γι’ αυτό. Ομως, πέρα από την ποιότητα, το εύρος και το βάθος των γνώσεων, αυτό είναι ένα βιβλίο που ξεφυλλίζεται με απόλαυση χάρη στην εξαιρετική του εικονογράφηση. Στις σελίδες του συνυπάρχουν φωτογραφίες από αριστουργήματα της παγκόσμιας τέχνης, κινηματογραφικές εικόνες, πίνακες και κολάζ του Χόκνεϊ, αλλά και τα σχέδια της εικονογράφου Ρόουζ Μπλέικ, που φωτίζουν τις αφηγήσεις των δύο συγγραφέων.  

O Nτέιβιντ Χόκνεϊ (αριστερά) με τον Μάρτιν Γκέιφορντ. (Φωτ. Jean-Pierre Goncalves de Lima)

Συζήτηση μεταξύ φίλων

Ο δεύτερος συγγραφέας της «Ιστορίας των εικόνων» δεν είναι μόνο ένας ειδικός της τέχνης. Ο Μάρτιν Γκέιφορντ με τις σπουδές του στη φιλοσοφία και στην ιστορία της τέχνης έχει προφανώς όλα τα προσόντα να γράφει γι’ αυτό το θέμα. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι δεν συμπαθεί τις ακαδημαϊκές προσεγγίσεις. Αλλωστε, ως λάτρης της τζαζ, προτιμά τον αυτοσχεδιασμό από τη θεωρητική ανάλυση. 

Οταν τον ρωτήσαμε πώς ξεκίνησε να αρθρογραφεί για την τέχνη, είπε ότι ήταν ταυτόχρονα τύχη και μια ευκαιρία, η οποία του δόθηκε ξαφνικά. «Από την άλλη όμως, όπως έλεγε και ο Σίγκμουντ Φρόιντ, δεν υπάρχει το τυχαίο», πρόσθεσε εξηγώντας τον τρόπο με τον οποίο συνέβη: «Εργαζόμουν ήδη σε εφημερίδες και περιοδικά γράφοντας για μουσική, και όχι για τα εικαστικά», είπε. «Μια μέρα η αρχισυντάκτρια με ρώτησε αν υπήρχε κάποιο άλλο πεδίο που θα ήθελα να καλύπτω. Της είπα “λοιπόν, λατρεύω την τέχνη και έχω πτυχίο στην ιστορία τέχνης”. Απάντησε “γιατί τότε δεν γράφεις την κριτική μιας έκθεσης για την επόμενη εβδομάδα;”. Ετσι άρχισα και έκτοτε δεν έχω σταματήσει».

Πέρα από το εύρος και το βάθος των γνώσεων, είναι ένα βιβλίο που ξεφυλλίζεται με απόλαυση χάρη στην εξαιρετική του εικονογράφηση.

Είναι άμεσος στην επικοινωνία του και προσηνής. Μπορεί κανείς εύκολα να τον φανταστεί να κουβεντιάζει φιλικά και χαλαρά με έναν αναγνώστη ή τον επισκέπτη μιας έκθεσης ζωγραφικής, όπως και με τον ιδιοφυή Χόκνεϊ. Πράγμα που συμβαίνει εδώ και χρόνια. 

«Η Ιστορία των εικόνων» είναι το δεύτερο βιβλίο που έχουν κάνει μαζί  – το πρώτο ονομάζεται «A Bigger Message» (2011) και ακολούθησε ένα ακόμη.

Ο Γκέιφορντ είναι γνωστός όχι μόνο για το ξεχωριστό στυλ και την άνεση με την οποία αναλύει τα θέματά του, αλλά και για την απλότητά του. Στην πραγματικότητα, αυτό αντικατοπτρίζει αφενός το ενδιαφέρον του απέναντι στο κοινό, από το οποίο δεν απαιτεί ειδικές γνώσεις για να τον παρακολουθήσει. Αφετέρου, εκφράζει την ειλικρινή περιέργεια ενός δημοσιογράφου που θέλει να μάθει τι είναι η τέχνη έχοντας μετατρέψει τη συνέντευξη σε αυτόνομο συγγραφικό εργαλείο.


 
– Εδώ και αρκετές δεκαετίες συνομιλείτε με διάσημους καλλιτέχνες και πολλές από τις συζητήσεις έγιναν βιβλία. Γιατί επιλέξατε τη μέθοδο της συνέντευξης για να συγγράψετε για την τέχνη;
– Πάντα πίστευα ότι είναι οι καλλιτέχνες –όχι οι κριτικοί τέχνης, ιστορικοί, θεωρητικοί ή επιμελητές– που καταλαβαίνουν πραγματικά τι συμβαίνει στην τέχνη. Ετσι, ο γρηγορότερος και καλύτερος τρόπος να το μάθουμε, είναι να τους ρωτήσουμε. Με τα χρόνια, έχω βρει ότι οι ιδέες τους αποτελούν το πιο αξιόπιστο κίνητρο δημιουργίας και τη μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης. Πιστεύω ότι οι μεγάλοι καλλιτέχνες είναι αυτοί που καθορίζουν πραγματικά την κατεύθυνση στην εξέλιξη της τέχνης· αυτοί κρατούν το τιμόνι, οι υπόλοιποι απλώς αντιδρούμε στις δικές τους πράξεις.
 
– Το «Μια ιστορία των εικόνων» είναι το δεύτερο βιβλίο που κάνατε σε συνεργασία με τον Ντέιβιντ Χόκνεϊ. Πώς ήταν η συνεργασία σας;
– Με τον Ντέιβιντ ξεκινήσαμε από μια πιο τυπική μορφή συνέντευξης, αλλά με τα χρόνια αυτό μετατράπηκε περισσότερο σε μια συζήτηση μεταξύ φίλων. Μιλάμε εδώ και 25 χρόνια, και πλέον συνηθίζω να τον καταγράφω κάθε φορά που κουβεντιάζουμε. Η ατμόσφαιρα μεταξύ μας είναι χαλαρή. Είναι εξαιρετικά ευφραδής και πολύ διαβασμένος. Πρόσφατα, επειδή ζει και εργάζεται στη Νορμανδία, ξαναδιαβάζει τον Φλομπέρ και τον Προυστ, αλλά παράλληλα ασχολείται και με άλλα θέματα: τα δέντρα, το νερό…


 
– Πώς γεννήθηκε η ιδέα για την «Ιστορία των εικόνων»; 
– Η ιδέα όπως και ο τίτλος προήλθαν από τον Ντέιβιντ. Καθώς προχωρούσε η δουλειά, όμως, πολλές από τις σκέψεις μου βρήκαν εδώ τη θέση τους. Οταν εργαζόμασταν είχαμε στον νου μας κυρίως ένα νοηματικό πλαίσιο, ξέραμε για παράδειγμα ότι πρέπει να συζητήσουμε για ταινίες ή για τις σκιές. Ακόμη κι έτσι πάντως, η διάθεση ήταν αρκετά χαλαρή. Εμεινα στο σπίτι του στο Χόλιγουντ Χιλς για λίγο, μέχρι να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά. Οταν είχε τη διάθεση –συχνά το απόγευμα, όταν τελείωνε τη ζωγραφική– ερχόταν στο καθιστικό και περπατούσε πάνω-κάτω. Αρχιζε να μιλάει για τον Τζότο ή τον Ουόλτ Ντίσνεϊ, ό,τι του ερχόταν στο μυαλό. Στη συνέχεια, όταν επέστρεψα στο Κέμπριτζ, επεξεργάστηκα και οργάνωσα το υλικό, στέλνοντάς του ένα προσχέδιο των κεφαλαίων. Ετσι, σιγά σιγά το βιβλίο πήρε μορφή.
 
– Πιστεύετε ότι η σύγχρονη τέχνη είναι ένα δύσκολο θέμα για τα παιδιά;
– Οχι, ακριβώς το αντίθετο. Νομίζω ότι τα παιδιά δεν έχουν προκαθορισμένες αντιλήψεις για τον κόσμο, συνεπώς ακολουθούν πιο εύκολα νέους τρόπους να βλέπουν τα πράγματα. Επίσης, σχεδόν όλα τα παιδιά λατρεύουν τη ζωγραφική και το σχέδιο, οπότε βρίσκουν ενδιαφέροντα τα θέματα για τα οποία μιλάμε με τον Ντέιβιντ.

Πηγή: kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here