Ενα λοφίο του Γκαουντί, μια φέτα ζωής στο Παγκράτι

9

Είναι φορές που στη στροφή ενός δρόμου μπορεί να γεννηθεί μια εικόνα μπροστά σου. Να σε κάνει να σταθείς και να αναλογιστείς. Ανεβαίνοντας την οδό Τιμοθέου στο Παγκράτι, μετά τη συμβολή με τον όμορφο πεζόδρομο της Βασιλείου Λάσκου, γυρνώντας με βλέμμα αδηφάγο, είδα την καθολική εκκλησία σαν ένα πέτρινο ιστιοφόρο. Τα δύο κωδωνοστάσια, φέρνουν στον νου ορθογωνισμένα καμπαναριά μιας ρωμανικής εκκλησίας, και αφηγούνται μια ιστορία που ξεκίνησε στον Μεσοπόλεμο, όταν χτίστηκε ο ναός σε μια περιοχή με σκόρπια τότε σπίτια, τα περισσότερα μονώροφα.

Σαν αυτά τα δύο σπιτάκια εκεί δίπλα στην εκκλησία κολλητά. Το ένα κλειστό, το άλλο νοικοκυρεμένο. Τα βλέπω να στέκονται σεμνά, με αποδεκτή τη διαφορά ύψους και μεγέθους, αντίθετα από τις πολλές και συμπαγείς πολυκατοικίες που γύρω γύρω φτιάχνουν τη γειτονιά από το 1965 και μετά. Είναι μια συνοικία φιλήσυχη, έχει κάτι παλαιικό στον ρυθμό και στις σιωπές της, από τη Φιλολάου και τη Δαμάρεως μέσα στην ενδοχώρα του Παγκρατίου και από εκεί στις εκβολές του Βύρωνα, μια φέτα της αθηναϊκής εμπειρίας ριζωμένη θαρρείς από πάντα. 

Εφερα βόλτα τη γειτονιά με πυρήνα την καθολική εκκλησία, που ακούει στο όνομα ναός του Χριστού Βασιλέως, και εκεί γύρω στη Στέντορος, στη Λαέρτου, στην Τελαμώνος, στην Αρήτης, παρατηρούσα τη ζωή. Ηταν μια ζωή σε απόλυτη ηρεμία εκείνη την ώρα, προχωρημένο μεσημέρι, με τις σκιές κοφτές, με τα σκόρπια βήματα να γυρίζουν βλέμματα. Οσο περπατούσα με γλύκαινε η γειτονιά και σκέφτηκα πόσο απλό είναι να νιώσει κανείς αυτήν την ευρυχωρία που είναι πνευματική και αισθησιακή μαζί. Ανάμεσα στις πολυκατοικίες, που μου φάνηκαν γλυκιές, οικείες, αθηναϊκές όσο και ο αέρας και ο ήλιος που ζέσταινε τους δρόμους, έβλεπα τα απομεινάρια του Μεσοπολέμου. Ηταν πολλά.

Μονώροφα τα πιο πολλά, ορισμένα με προσθήκες ορόφου, κάποια συντηρημένα, άλλα κλειδωμένα. Με λίγη φαντασία είχες την εικόνα της συνοικίας το 1950… όταν αυτά που σήμερα μου τραβούσαν το βλέμμα ήταν σπίτια 15 και 20 χρόνων, ήταν όμως ψημένα στη ζωή, καθώς είχαν ήδη ζήσει έναν πόλεμο και ένιωθαν πιθανώς ότι ανήκαν σε έναν κόσμο που κυλούσε λίγο λίγο προς τα πίσω. Σήμερα, πατούσα στην άσφαλτο και δεν υπήρχε άδειο οικόπεδο ούτε για δείγμα. Εκεί που γύριζα τετράγωνο προς τετράγωνο, και άφηνα τον ήλιο να φωτίζει μπαλκόνια και τέντες και μικρές ταρατσούλες, επέστρεψα στην οδό Τιμοθέου από όπου είχα ξεκινήσει.

Είχα προσέξει το μικρό σπίτι δίπλα στην εκκλησία, Τιμοθέου 53. Αν το έκοβες και το κολλούσες σε ένα δρόμο στα Πατήσια, στα Σεπόλια ή στο Κουκάκι θα ταίριαζε απολύτως. Και εδώ, στο Παγκράτι έμοιαζε γηγενές και εκεί, σε άλλη συνοικία, θα έμοιαζε να αναβλύζει από το χώμα. Γι’ αυτό και στάθηκα να το χαιρετήσω. Ηταν τόσο οικείο, είχε εκείνη την απλότητα που άγγιζε την αρχοντιά. Από την καγκελόπορτα στο πλάι, είδα τη μεγάλη πικροδάφνη και στο βάθος την πόρτα του παράσπιτου που έβγαινε στην αυλή. Σκέφτηκα καρέκλες ολόγυρα, κληματόφυλλα και κομμένα σύκα, και φωνές και γέλια, κάποιο τραγούδι από ραδιόφωνο. Αυτό που έβλεπα όμως ήταν σιωπηλό, το χώμα είχε στεγνώσει, πίσω από τους κλώνους της πικροδάφνης, ένα κλειστό παντζούρι…

Οταν όμως στάθηκα απέναντι να δω καλύτερα ολόκληρο το σπιτάκι, πρόσεξα την καμινάδα του, την απόληξη για τη σόμπα, που έβγαινε σαν λοφίο και θύμιζε τους μύλους που κρατούσαν τα παιδιά και γύριζαν στον αέρα. Ηρθαν στο νου λαϊκές καμινάδες, οι φλάροι της Σίφνου, οι καπνοδόχοι σε κεραμιδένιες στέγες. Και σαν αποκύημα και παιχνίδισμα του νου ήρθαν τα γλυπτικά λοφία του Γκαουντί, και η εκκλησία άστραψε για λίγο σαν μια Σαγράδα Φαμίλια. 

Πηγή: kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here