Φουρτούνα να τρέμεις, αλλά η πρέφα, πρέφα

18

Κύριε διευθυντά 
Μέσα της δεκαετίας του ’60. Καλοκαίρι. Λίγο πριν από την αναχώρηση του επιβατηγού – οχηματαγωγού πλοίου «Μίνως» για το Ηράκλειο της Κρήτης. Κατέβαζε ο λοστρόμος το παλάγκο από το κατάστρωμα της πλώρης να «δέσουν» τ’ αμάξια που περίσσευαν έξω από την ανοικτή μπουκαπόρτα στο πλάι. Ο πατέρας μου με κράταγε πιτσιρικά σφιχτά από το χέρι καθώς προχωρούσαμε στην πλαϊνή ξύλινη σκάλα, που την ανέβαζαν με σχοινιά λίγο πριν τον απόπλου. 

Θυμάμαι έβγαζε σ’ ένα μπαλκόνι με ξαπλώστρες κι από εκεί στη ρεσεψιόν, όπου οι καμαρότοι έστεκαν στη σειρά για να πάρουν τις βαλίτσες προς τις καμπίνες με βλέμμα άγριο για φιλοδώρημα. Η μοναδική τσιμινιέρα στο πρυμναίο ξέρναγε πηχτό μαύρο καπνό καθώς τα ρυμουλκά οδηγούσαν το βραδυκίνητο σκαρί προς την έξοδο του λιμανιού του Πειραιά.

Χρόνια πολλά μετά, έπειτα από τον απόπλου χειμώνα καιρό από το λιμάνι του Ηρακλείου, οι ριπές του ανέμου καταχτύπαγαν αλύπητα το γέρικο σκάφος. Μα αυτό στεκόταν όρθιο, αν και κλυδωνιζόμενο επικίνδυνα από τα μανιασμένα κύματα. Το κρύο τσουχτερό και το χιονόνερο πάγωνε τα λιγοστά πρόσωπα που πρόβαλαν δειλά στους πλαϊνούς εξώστες. Ενα μίλι μπρος, δύο πίσω. Αντιστάθηκε όμως ηρωικά στη φουρτούνα το έρμο σαράβαλο σκαρί, κι αντί για 13 ώρες με νηνεμία, το ταξίδι εκείνο κράτησε πάνω από 20! 
Οταν επιτέλους, άγρια μεσάνυχτα, ξεπρόβαλαν τα πρώτα φώτα της ακτής κατά το Σούνιο, όλα είχαν καλμάρει. Ο αέρας, που ώρες ολόκληρες λυσσομανούσε, είχε κοπάσει. Το ταλαίπωρο καράβι άργησε παρ’ όλα αυτά να πιάσει λιμάνι. Σ’ ένα στρογγυλό τραπέζι στο σαλόνι της τουριστικής, θυμάμαι τον εαυτό μου να παίζει πρέφα με μια παρέα κι έπαθλο ένα πακέτο πλακέ τσιγάρα Καρέλια. Στηριζόσουν στο πάτωμα πλέον όπως στη στεριά με άπνοια. Αυτό διαπίστωσα όταν μετά το τέλος του παιχνιδιού σηκώθηκα όρθιος και βγήκα στον εξώστη για να απολαύσω τα χιλιάδες λαμπιόνια που έφεγγαν αισιόδοξα στην απέναντι ακτή. Δεν είχα κερδίσει. 

Πηγή: kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here