Το “παραμύθι” του Γιώργου Τράντα για τον κακό λύκο της Λάρισας

250

Ο δημοσιογράφος Γιώργος Τράντας, χρησιμοποιεί τον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook για να μοιράζεται καθημερινά ιστορίες της Λάρισας. Μέσα από τις περιπλανήσεις του στην πόλη, μεταφέρει πάντα όμορφες εικόνες, χρήσιμες πληροφορίες αλλά και σπουδαία μηνύματα.

Έτσι έκανε και χθες. Στο γενικότερο κλίμα  αποκαλύψεων των τελευταίων ημερών, που αφορούν σεξουαλικές παρενοχλήσεις και βία, κοινοποίησε το παρακάτω παραμύθι, με σκοπό να επισημάνει πόσο σημαντικό είναι ειδικά αυτή την περίοδο να ανοίξουν τα στόματα. Και στην Λάρισα και παντού…

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ 18.2.21
#stories_from_my_city #Larissa_city
Μια φορά κι έναν καιρό, όχι πολύ μακρινό, σ’ ένα δάσος κοντά στην πόλη μας ζούσε ένας κακός λύκος. Ερχόταν συχνά στην πόλη με προφυλάξεις και παραμόνευε πίσω από θάμνους και μεγάλα δέντρα. Διψούσε για παιδική σάρκα. Είχε βάλει στο μάτι την κοκκινοσκουφίτσα και μετά τις φίλες της, την πρασινομπλουζίτσα, την πορτοκαλογαντίτσα και τη μοβκαπελίτσα. Όσες φορές δοκίμασε να τις πλησιάσει, αυτές μόλις βλέπανε τα γουρλωμένα μάτια του και τα κοφτερά δόντια του άρχιζαν να φωνάζουν. Και τότε έτρεχαν οι μεγάλοι από το καφενείο και έπαιρναν τον κακό λύκο στο κυνήγι. Έτσι αυτός έμεινε να παρακολουθεί τη μέρα τα κοριτσάκια κρυμμένος πίσω από τους θάμνους και το βράδυ να σχεδιάζει την εξόντωσή τους. Μια νύχτα βρήκε τη λύση: αποφάσισε να ασχοληθεί με το τραγούδι. Γιατί ήξερε ότι η μουσική άρεσε στα κοριτσάκια και στους μπαμπάδες τους, που έλεγαν ότι ήταν η σωστή εκπαίδευση για τα κορίτσια τους. Δεν είχε σπουδάσει μουσική. Όμως είχε καλή φωνή και μπόλικο θράσος. Άνοιξε λοιπόν μια σχολή τραγουδιού και την ονόμασε χορωδία του μαέστρου κ. Λυκόπουλου. Φόρεσε που λέτε ένα κουστούμι ο κ. Λυκόπουλος , πήρε ένα σακάκι μακρύ για να κρύβει την ουρά του, έβαλε γραβάτα για να προσδώσει κύρος στην εμφάνισή του και γυαλιά που έκρυβαν τη μεγάλη μύτη του. Άλλαξε τη φωνή του, φόρεσε ένα πλατύ χαμόγελο κι άρχισε να κάνει παρέα με τους τρανούς της πόλης, τον κυρ Μένιο τον γιατρό, τον κυρ Γιώργο τον δικηγόρο και τον κυρ Μέμο, τον μηχανικό. Και κάθε Κυριακή πρώτος στην Εκκλησία της περιοχής με μακριά ρούχα για να κρύβει τις μεγάλες τρίχες του. Κι άρχισε που λέτε να φωνάζει στην περιοχή ότι είναι ο κατάλληλος μαέστρος για τα κοριτσάκια των οικογενειών της πόλης. Πρώτα έπεισε τη μητέρα της Κοκκινοσκουφίτσας να στείλει το κοριτσάκι της στη σχολή να της διδάξει όμορφα τραγούδια και μετά τις άλλες μητέρες. Κι έτσι σε λίγο καιρό πολλά κοριτσάκια της πόλης ήταν στη σχολή του. Όμως, όταν τα κοριτσάκια έμεναν μόνα μαζί του, αυτός τα δάγκωνε σε ευαίσθητες περιοχές και τα γέμιζε σάλια και αίματα. Κι αυτές τρόμαζαν που τον έβλεπαν έτσι άγριο και δεν μιλούσαν στους γονείς τους για τον κακό λύκο. Και από τότε φόρεσαν τον τρόμο στα μάτια τους κι έχασαν τη λάμψη και την αθωότητα που είχαν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και ο Λυκόπουλος, που στην πραγματικότητα ήταν Χυδαιόπουλος, συνέχισε να ξεγελά μικρές και μεγάλους. Καθώς τους χαμογελούσε, κανείς δεν πρόσεξε το αίμα που είχε μείνει ανάμεσα στα κοφτερά δόντια του. Και κανένας κυνηγός δεν τον σκότωσε τον κακό τον λύκο, αφού κανένας δεν μίλησε γι’ αυτόν. Κι έζησε αυτός καλά κι εμείς χειρότερα…
Υ.Γ. Δεν έχει πολύ καιρό που το άκουσα αυτό το παραμύθι. Λυπήθηκα πολύ για τα κοριτσάκια και περισσότερο για την Κοκκινοσκουφίτσα, που της έχω ιδιαίτερη αδυναμία.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here