Χριστούγεννα στο χωριό! Αξία ανεκτίμητη…

566

Όσο ήμουν μικρή και υπήρχε ένα σπίτι ανοιχτό να με περιμένει στο χωριό, δεν μπορούσα να καταλάβω τη φράση: «Χριστούγεννα στην πόλη, Πάσχα στο χωριό». Γιατί Χριστούγεννα στην πόλη; Χριστούγεννα στο χωριό λοιπόν κι ίσως εδώ στο χωριό, να έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον!
Θυμάμαι…
Παραμονή Χριστουγέννων και όλοι περίμεναν την εμφάνιση των κολιντάδων! «Κόλιντα, μέλιντα, Χριστός γεννιέται!», φώναζαν τα παιδιά δυνατά, τη βραδιά πριν ξημερώσει η παραμονή, ντυμένοι με μαλλιότα (μάλλινο επανωφόρι με κουκούλα – κατσιούλα, το φορούσαν συνήθως οι βοσκοί) και μπότες.
Νωρίς ξύπνημα, για να πάμε στην εκκλησιά, αξημέρωτα, χαράματα. Το κρύο να πιρουνιάζει και το βήμα προσεχτικό πάνω στο χιόνι. Συνήθως οι νέες γυναίκες άλλαζαν παπούτσια προτού μπουν στην εκκλησιά. Ε, άλλο η γαλότσα και άλλο το καινούριο το γοβάκι με το τακουνάκι, το ασορτί με το καινούριο ταγιέρ!

…Πίσω στο σπίτι λοιπόν, με το χριστουγεννιάτικο μενού να ετοιμάζεται ήδη. Τηγανιά γρουνίσια. Απλή αλλά, και με πράσο. Το ένα τηγάνι στο πετρογκάζ και το άλλο στη σόμπα. Η γιαγιά, πήγαινε πέρα δώθε, να τα προλάβει όλα, βοήθεια δεν δεχόταν από κανέναν.
-Βρε, φέγα απ’ τα τσιανάκια μ’, όλ’ τ’ν ώρα! έλεγε στον παππού όταν πήγαινε να βοηθήσει λίγο.
-Μπρε, του είδαμι κι αυτό, να βουηθάου κι να μη θέλ’ς! απαντούσε ο παππούς.

…Το χιόνι πολύ, κι εμείς τα παιδιά, παίρναμε τσουβάλια γεμάτα με άχυρο και κάναμε γλίστρες. Ατελείωτες ώρες παιχνιδιού. Στο σπίτι μπαίναμε κατακουρασμένοι και βρεγμένοι από το χιόνι. Κι όταν ξυπνούσαμε και βλέπαμε πως χιονίζει… Θεέ μου, πόση η χαρά! Η σκέψη στο παιδικό μυαλό ίδια κάθε φορά:
-Λες να χιονίσει πολύ, να αποκλειστούμε, να μην μπορούμε να φύγουμε και να χάσουμε το σχολείο;

…Και τα βράδια περνούσαν ακούγοντας ιστορίες με καλικαντζάρια.
…Όταν ο καιρός ήταν καλός, ο πατέρας μου πάντα κατέβαινε μία μέρα στη Λάρισα για καμιά δουλειά, μα περισσότερο για ξέσκασμα, για βόλτα. Και πάντα ρωτούσε: -Θα πάω αύριο κάτ’, θέλ’τε τίποτα;
-Εγώ ένα βιβλίο.
-Εγώ μία κασέτα απ’ τον Τσιρκέζο. (Καλούσης Θανάσης, δίσκοι κασέτες). Οι παραγγελίες ίδιες κάθε χρόνο!

Και φτάνει η παραμονή Πρωτοχρονιάς, με τα κάλαντα φυσικά.
«Σούρβα, σούρβα κι αϊ Βασίλης έρχεται», φώναζαν και πάλι τα παιδιά δυνατά και χτυπούσαν τις μεγάλες κουδούνες και τα κυπριά (κουδούνι, που το φορούσαν στα γίδια). Παραμονή λοιπόν, αλλαγή χρόνου και στο σπίτι να γίνεται χαμός από φωνές. Γεμάτο το σπίτι, τα παιδιά να περιμένουν τα δώρα και η γιαγιά να ετοιμάζει πάλι τραπέζι, για το καλωσόρισμα του νέου χρόνου. Ο πατέρας μ’, ξεχασμένος στο καφενείο. Ερχόταν πάντα ένα τέταρτο πριν μπει ο καινούριος χρόνος.
-Άιντι,Ζήσ’, πώς δε σιβρήκι η χρόνους στου δρόμου; τον έλεγε η γιαγιά.
Και αυτός απαντούσε:
-Α ρε, μάνα,ξέρ’ς τι παρέα είχα; Πέρασε η ώρα και δεν κατάλαβα τίποτα!
Ο παππούς, έσβηνε το φως και το άναβε μόλις έμπαινε η καινούρια χρονιά. Αγκαλιές, φιλιά, ευχές σε μικρούς και μεγάλους. Κι έξω από την πόρτα ένα σακί με τα δώρα τ’ αϊ-Βασίλ’ για τα παιδιά!

Κάποια χρονιά και μετά από επίμονα παράπονα του μικρού τότε ξαδέρφου…
-Θέλω να δω τον Αϊ Βασίλ’, γιατί δεν έρχεται, μήπως δεν υπάρχει;
Βρήκε ο μπάρμπας τ’ μία στολή, φορτώθηκε κι ένα τσουβάλι με τα δώρα και ήρθε να τα παραδώσει στα παιδιά! Ο ξάδερφος πάνιασε, κοκάλωσε, του κόπηκε η μιλιά μόλις τον είδε! Μεγάλη η έκπληξη. Μα σαν πέρασε λίγη ώρα, έρχεται και μου λέει σιγά – σιγά:
-Να σου πω κάτ’;
-Έλα λέγε.
-Σα να μου φαίνεται γνωστός ο Αϊ Βασίλης!
-Τι εννοείς, του λέω.
-Τα σκαρπίνια… είναι ίδια με του θείου!
-Μπα, του ξαναλέω, έτσι σου φάνηκε.
Βέβαια, γρήγορα το κατάλαβε και μας το «χτυπούσε» για αρκετά χρόνια για τον «μαϊμού» Αϊ Βασίλη, που εμφανίσαμε.

…Ανήμερα Πρωτοχρονιάς. Η γιαγιά από νωρίς το πρωί ετοιμάζει την κρεατοριζόπιτα – βασιλόπιτα. Η μικρή ξαδέρφη, έχει αραδιάσει στη σειρά κάτωό,τι μικροσκοπικό παιχνίδι έχει, οι μεγάλοι πέρα δώθε να περνάνε και να της τα χαλάνε και αυτή να τσιρίζει και να κλαίει από αγανάκτηση!
Μόλις ξυπνούσαμε, έπρεπε να περάσουμε εμείς τα παιδιά μπροστά από τη σόμπα και με κάτι λεπτές βέργες να σκαλίζουμε τη φωτιά και να ρίχνουμε αλάτι, λέγοντας τι επιθυμούσαμε, να μας φέρει η νέα χρονιά. Τα λόγια τα έλεγε πρώτα η γιαγιά:
-Πες (ο νέος χρόνος να φέρει) υγεία, ευτυχία, νύφες, γαμπροί, αρνάκια, κατσικάκια, κοτούλες, πιδιά, κλπ…
Επαναλαμβάναμε πιστοί στο έθιμο. Α, όλα κι όλα, οι παραδόσεις τηρούνταν με μεγάλη ευλάβεια! Και εννοείται πως η πρώτη μας δουλειά, ήταν να δούμε πόσα χρήματα μας έφερε κάτω από το μαξιλάρι η αρκούδα, που κατέβηκε τα μεσάνυχτα από τον μπουχαρή(καπνοδόχο) για να γεννήσει το αρκουδάκι (λόγος των μεγάλων, που δεν ήθελαν να φανερωθούν πως τα χρήματα τα τοποθετούσαν οι ίδιοι)!

…Στρωνόταν το τραπέζι με ό,τι είχε και δεν είχε η γιαγιά – και δεν ήταν λίγα- και άλλα τόσα, που έφερναν οι νύφες. Ο «γούμενος» του σπιτιού, δηλαδή ο παππούς, έφερνε τρεις στροφές το ταψί με την πίτα και άρχιζε να κόβει τα κομμάτια αφού είχαμε όλοι καθίσει γύρω στο τραπέζι. Και ξεκινούσε κόβοντας και ονοματίζοντας…του Χριστού και της Παναγίας, του Αϊ Βασίλη, του φτωχού και μετά όλων των άλλων. Τα σημάδια πολλά και πάντα τα ίδια: η κεραμίδα (για το σπίτι),το πουρνάρι (για τα αρνάκια ή τα κατσικάκια), δυο σπυριά καλαμπόκι (για τις κότες), ένα κλωνί άχερο (για το γομάρι – γαϊδούρι) και τέσσερα φλουριά, όσα και τα εγγόνια! Οι ιστορίες, διαδέχονταν η μια την άλλη, το γέλιο πολύ καθώς και το κρασί.
-Μάκου, πάλι κοκκίν’σαν τα μάγ’λα σ’, πόσο κρασί ήπιες;
Πειράζαμε τη γιαγιά! Και αργά το μεσημέρι, εξαντλημένοι απ’ το φαΐ και ο μασλάτι, χτυπούσαν τα τηλέφωνα για ευχές απ’ τους συγγενείς στον Καναδά! Όλοι παίρνανε και τους περιμέναμε πώς και πώς! Και η Βασίλω και ο Γιάννης κι η Κατίνα κι η Τζίνα, κι η Βασούλα και ο Νίκος και ο Γιάννης κι η Τούλα, κι η Σταματή και, και, και…

…Η μέρα της επιστροφής, ήταν πάντα των Φώτων αλλά ποτέ πριν έρθει ο παπα-Στέργιος (ο παπας του Χωριού, Αστέριος Τσικρικάς, , μας άφησε το 2002), να μας φωτίσει.
Φορτωμένοι με τα πράγματά μας, κατεβαίναμε στο αυτοκίνητο, το οποίο λόγω χιονιού, ποτέ δεν έφτανε στο σπίτι. Στην «αγέλη» (χώρος στην είσοδο του χωριού, όπου υπήρχε κάποτε βρύση για να ποτίζονται τα κοπάδια κ όπου οι νοικοκυρές έφερναν κάθε πρωί την αγελάδα, για να τις πάρει για βοσκή όλη μέρα ο γελαδάρης και να τις επιστρέψει αργά το απόγευμα, για να τις παραλάβουν) ή στο γεφύρι ή στην κοινότητα. Να κρατάει η μάκου κι αυτή πράγματα, να τσακώνει και την εγγονή.
-Μάκου, κράτα με!
-Σι κρατώ κουρίτσ’!»
-Μάκου κράτα με!
-Σι κρατώ κουρίτσ’!
…και λίγα μέτρα πριν το αμάξι, πάρ’ του κάτου τουκουρίτσ’!
Γυρνάμε και βλέπουμε το κορίτσ’ να σκούζ’ με στουμπισμένα τα πισινά και η μάκου να έχει χαθεί στα γέλια!
-Και στο ’λεγαμάκου, κράτα με καλά!…

ΒΖΚ

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here