H «διασωληνωμένη» αγορά εργασίας, η ελληνική οικονομία και η αναγκαιότητα άμεσης ανάταξης

51

Ο Κώτσιος Αθανάσιος, Γραμματέας του Νομαρχιακού Παραρτήματος ΟΤΟΕ σε συνεργασία με τον Γιάννη Πούπκο, Οικονομολόγο και Γενικό Σύμβουλο της ΓΣΕΕ, με δελτίο τύπου στην εφημερίδα “ILARISSA” αναλύουν τα προβλήματα στην αγορά εργασίας και επισημαίνουν την αναγκαιότητα άμεσης ανάταξης της οικονομίας.

Τον Ιανουάριο του 2021 δηλώθηκαν σε αναστολή 642.153 εργαζόμενοι από 163.689 επιχειρήσεις. Σχεδόν οι μισοί, προέρχονται από 59.573 επιχειρήσεις που έκλεισαν με κρατική εντολή.
Ένα χρόνο μετά την έναρξη της πανδημίας και των παρατεταμένων lockdowns, βασικές δραστηριότητες της ελληνικής οικονομίας συνεχίζουν να είναι σε αναστολή.
Ως αποτέλεσμα, όλα τα οικονομικά μεγέθη παρουσιάζουν σοβαρή επιδείνωση, η ύφεση παρατείνεται ενώ είναι ήδη υπό συζήτηση, η αναθεώρηση του κρατικού προϋπολογισμού και μάλιστα μόλις ένα μήνα μετά την υπερψήφισή του.
Τα παραπάνω διαμορφώνουν μια κατάσταση αφόρητη και δυνητικά εκρηκτική για την κοινωνία, με διαφαινόμενες ήδη δραματικές συνέπειες στην αγορά εργασίας: αύξηση της ανεργίας, κατακόρυφη αύξηση των άτυπων και επισφαλών μορφών εργασίας, συστηματική αμφισβήτηση και απώλεια εργασιακών δικαιωμάτων και εισοδημάτων.
Παράλληλα, χιλιάδες εργαζόμενοι βρίσκονται σε καθεστώς αναστολής σύμβασης εργασίας. Ενδεικτικά, τον Ιανουάριο του 2021 δηλώθηκαν σε αναστολή 642.153 εργαζόμενοι από 163.689 επιχειρήσεις. Σχεδόν οι μισοί, δηλαδή οι 300.073 εργαζόμενοι, προέρχονται από 59.573 επιχειρήσεις που έκλεισαν με κρατική εντολή. Οι υπόλοιποι 342.080 εργαζόμενοι δηλώθηκαν σε αναστολή από ανοιχτούς, αλλά πληττόμενους βάσει ΚΑΔ εργοδότες.
Για τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας δεν είναι, βέβαια, αποκλειστικά υπεύθυνη η πανδημία. Η υγειονομική κρίση ήρθε να προστεθεί στα προϋπάρχοντα διαρθρωτικά προβλήματα, τα οποία δεν διορθώθηκαν εγκαίρως, καθώς και στο χρόνιο παραγωγικό έλλειμμα της εθνικής μας οικονομίας. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που η ελληνική οικονομία παρουσίασε, το τρίτο τρίμηνο του 2020, τη μεγαλύτερη ύφεση στην Ευρωζώνη.
Κατά συνέπεια, η ανάγκη ανάταξης της οικονομίας είναι άμεση και επιτακτική.
Η ανάταξη βέβαια προϋποθέτει την πραγματοποίηση σημαντικών δομικών αλλαγών και παρεμβάσεων. Θα επικεντρωθώ όμως στην αγορά εργασίας διότι η επαναφορά της οικονομίας σε ρυθμούς ανάπτυξης, περνά μέσα από την απασχόληση και μέσα από τα μέτρα αποτελεσματικής θεσμικής θωράκισης και ενίσχυσής της.
Αδήριτη είναι η ανάγκη να ενισχυθούν οι πόροι που θα χρηματοδοτήσουν τους θεσμούς απασχόλησης.
αυτό το πλαίσιο, η αποτελεσματική και στοχευμένη αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης είναι επιβεβλημένη, ώστε να διοχετευτούν αυτοί απευθείας στη στήριξη της εργασίας, σε παραγωγικούς τομείς, οι οποίοι θα συμβάλουν στον τεχνολογικό μετασχηματισμό της χώρας, με σημαντικό πολλαπλασιαστικό όφελος σε όρους πλήρους και ποιοτικής απασχόλησης και εισοδήματος, αλλά και σε επιχειρήσεις με υψηλό βαθμό θεσμικής και εργασιακής συμμόρφωσης.
Ιδιαίτερο βάρος πρέπει να δοθεί σε εκταμιεύσεις ευρωπαϊκών πόρων που προέρχονται από την έκδοση ομολόγων με σκοπό τη χρηματοδότηση προγραμμάτων για την απασχόληση. Κατά πρώτο, διότι βοηθούν στην ανάσχεση της ανεργίας. Κατά δεύτερο, διότι δεν αυξάνουν ταυτόχρονα το δημόσιο έλλειμμα ή το δημόσιο χρέος.
Βραχυπρόθεσμα, η χρηματοδότηση προγραμμάτων εγγυημένης απασχόλησης μπορεί να καταστεί εργαλείο ενεργοποίησης νέων ροών ρευστότητας, στήριξης της εγχώριας ζήτησης, αλλά και αναβάθμισης του παραγωγικού δυναμικού επιλεγμένων κλάδων της οικονομίας. Τονίζεται ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ και του Levy Economics Institute, η εφαρμογή ενός, μεσαίας κλίμακας, προγράμματος εγγυημένης απασχόλησης θα μπορούσε να αυξήσει την περίοδο 2021-2022 τον μέσο ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες (Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ/ Φεβρουάριος 2021).
Η ανάκαμψη της οικονομίας συνδέεται άμεσα, επίσης, με τις ανάγκες για δεξιότητες. Τα νέα προγράμματα δια-βίου εκπαίδευσης και κατάρτισης πρέπει να έχουν ως στόχο την ανάπτυξη δεξιοτήτων (ψηφιακών και όχι μόνο) οι οποίες να ανταποκρίνονται στα σύγχρονα δεδομένα της αγοράς εργασίας και να συμβάλουν στον απεγκλωβισμό των εργαζομένων από θέσεις χαμηλών προσόντων και αμοιβών. Οι δεξιότητες συνιστούν κύριο συστατικό της κοινωνικής συνοχής, η οποία είναι απαραίτητη για μια υγιή οικονομία ενώ ταυτόχρονα συνιστούν σημαντικό παράγοντα έλξης για επενδύσεις και δημιουργίας θέσεων εργασίας και ανάπτυξης.
Βέβαια, καθώς τα προβλήματα της αγοράς εργασίας δεν αφορούν μόνο στους πόρους, αλλά και στο βαθμό θεσμικής συμμόρφωσης των επιχειρήσεων και της συνακόλουθης διασφάλισης των μισθών και των βασικών εργασιακών δικαιωμάτων, είναι απαραίτητο να υπάρξει επαναρύθμιση της αποδιαρθρωμένης, σήμερα, αγοράς εργασίας. Όσο ταχύτερα γίνει αυτό, τόσο πιο σύντομα θα μπούμε, εφόσον η πανδημία το επιτρέψει, σε ρυθμούς διατηρήσιμης ανάπτυξης.
Για να συμβεί αυτό είναι απαραίτητο να ενδυναμωθούν ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων και ο θεσμός των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων μέσα από τις οποίες θα προκύψει η απαραίτητη αύξηση του κατώτατου μισθού ώστε να καταστεί ένας μισθός αξιοπρεπούς διαβίωσης καθώς και οι επιτακτικά αναγκαίες ρυθμίσεις προστασίας των εργαζομένων και περιορισμού των ανισοτήτων.
Όλα τα παραπάνω είναι αναγκαία για την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων και των νοικοκυριών άρα και την ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης και την μεγέθυνση της οικονομίας. Όπως αποδεικνύεται τα τελευταία χρόνια τα νοικοκυριά είναι αυτά που στην ουσία στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα της χώρας καθώς διατηρούν σημαντικό έλλειμμα του ισοζυγίου τους. Αντιθέτως, οι επιχειρήσεις συσσωρεύουν κέρδη τα οποία δεν επενδύονται. Κάτι που ασφαλώς πρέπει άμεσα να αλλάξει.
Επιτακτική είναι, τέλος, η πλήρης και αποτελεσματική ρύθμιση των νέων άτυπων μορφών εργασίας όπως η τηλεργασία, η νομαδική εργασία εξ αποστάσεως, μέσω πλατφόρμας κλπ., τόσο από το νομοθέτη, μετά από ευρύ δημόσιο και κοινωνικό διάλογο, όσο και από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που θα συμπληρώνουν και θα εξειδικεύουν το αντίστοιχο νομοθετικό πλαίσιο, όπως ήδη συμβαίνει στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε.
Σε διαφορετική περίπτωση, η κατάσταση αυτή θα επιδεινώσει τις συνθήκες εργασίας και την ποιότητα ζωής των εργαζομένων και θα αποτελέσει αποτρεπτικό παράγοντα μετάβασης της οικονομίας σε ένα νέο διατηρήσιμο μοντέλο ανάπτυξης.
Είναι, κατά συνέπεια, κρίσιμη πρόκληση για τη Δημοκρατία, την Πολιτεία, τους φορείς, τα συνδικάτα, καθώς και για όλες τις προοδευτικές συλλογικότητες, να δοθεί σύντομα μια κατάλληλη και αποτελεσματική απάντηση στις σύγχρονες προκλήσεις τόσο στο επίπεδο της αγοράς εργασίας όσο και στο επίπεδο της θεσμικής και συλλογικής της κάλυψης. Και ασφαλώς στο σύγχρονο φαινόμενο των νέων μορφών εργασίας.
Όχι μόνο για λόγους μεγέθυνσης της οικονομίας αλλά για να μπορέσουν, ιδιαίτερα τα συνδικάτα, να έχουν μέλλον και συνέχεια στη νέα εποχή και για να καταστεί δυνατή η αύξηση της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων. Διότι τέτοιου είδους μορφές εργασίας μειώνουν αισθητά τη διαπραγματευτική τους δύναμη.
Αυτό αναφέρει, πολύ εύστοχα, ο Branco Milanovic στο πρόσφατο βιβλίο του «Καπιταλισμός χωρίς αντίπαλο» διατυπώνοντας την άποψη ότι η αποδυνάμωση αυτή είναι αποτέλεσμα της αλλαγής στην οργάνωση της εργασίας, καθώς η πυκνή συγκέντρωση εργαζομένων στο ίδιο εργασιακό χώρο έχει δώσει τη θέση της σε ένα αποκεντρωμένο εργατικό δυναμικό το οποίο αποτελείται από εργαζόμενους που δεν έχουν επαφή μεταξύ τους και δεν μπορούν να οργανωθούν εύκολα.