Ποιος ήταν ο ήρωας Αλμπέρτο Ερρέρα από τη Λάρισα

217

Για να ξέρουμε, πρέπει να φανταζόμαστε. Πρέπει να προσπαθήσουμε να φανταστούμε πώς ήταν η κόλαση του Άουσβιτς το καλοκαίρι του 1944. Ας μην επικαλεστούμε το αφάνταστο. Ας μην προστατευτούμε λέγοντας ότι το να το φανταστούμε, με οποιοδήποτε τρόπο – γιατί είναι αλήθεια – δεν το μπορούμε, δεν θα το μπορέσουμε μέχρι τέλος. Αλλά το οφείλουμε, αυτό το πολύ βαρύ νοητό. Ως μία απάντηση που πρέπει να προσφέρουμε, ένα χρέος που συνάψαμε απέναντι στις λέξεις και τις εικόνες που μερικοί κρατούμενοι άρπαξαν και απόσπασαν για μας από την τρομακτική πραγματικότητα της εμπειρίας τους. Λοιπόν, ας μην επικαλεστούμε το αδιανόητο. Ήταν αφάνταστα πιο δύσκολο για τους κρατούμενους να αφαιρέσουν από το στρατόπεδο αυτά τα λιγοστά λείψανα των οποίων είμαστε τώρα θεματοφύλακες, με όλο το βάρος που μας εμποδίζει να τα αντικρίζουμε με μια μόνη ματιά. Αυτά τα λείψανα είναι πιο πολύτιμα και λιγότερο κατευναστικά για μας από όλα τα πιθανά έργα τέχνης, καθώς αποσπάστηκαν από έναν κόσμο που τα ήθελε αδύνατα. Εικόνες παρ’ όλα αυτά, λοιπόν: παρά την κόλαση του Άουσβιτς, παρά τους διατρεχόμενους κινδύνους. Ως ανταπόδοση, θα πρέπει να τα παρατηρούμε, να τα επωμιστούμε, να προσπαθήσουμε να γίνουν αντιληπτά. Εικόνες παρ’ όλα αυτά: παρά τη δική μας ανικανότητα να ξέρουμε να τα κοιτάμε όπως θα το άξιζαν, παρά τον δικό μας χορτασμένο κόσμο, σχεδόν πνιγμένο μέσα σε φανταστικό εμπόρευμα.
Georges Didi-Hubermann
Images malgré tout (Πρόλογος: Τέσσερα φωτογραφικά καρέ που αφαιρέθηκαν από την κόλαση), εκδ. Les Éditions de Minuit, Paris, 2004

Γυμνές γυναίκες οδηγούνται στα κρεματόρια. Λεπτομέρεια από το καρέ αρ. 282. Φωτ. Jewish Virtual Library

Το Άουσβιτς ήταν φρικτό. Αλλά η διαχείριση των νεκρών μέσα στα κρεματόρια, ήταν η κορυφή του απανθρωπισμού.

Το καλοκαίρι του 1944, λιγοστοί μόνο κρατούμενοι του Άουσβιτς γνώριζαν με βεβαιότητα το μέλλον τους. Η μηχανή του στρατοπέδου συνέτριβε τη σκέψη. Υπήρχαν μόνο η πείνα, η δίψα, το κρύο, η κούραση και ο διαρκής φόβος. Μυρμήγκια, χαμένοι στα γρανάζια μιας τεράστιας φυλακής (καθένα από τα τρία Άουσβιτς είχε έκταση εκατοντάδων στρεμμάτων), οι κρατούμενοι δεν μπορούσαν να σκεφτούν πέρα από το “τώρα”: Να φάω κάτι, να κοιμηθώ μια ώρα παραπάνω.

Υπήρχε όμως μια ομάδα κρατουμένων που είχε προνομιακή θέση. Ήταν αυτοί που αποτελούσαν το Sonderkommando (ειδικό κομάντο): το τμήμα που ήταν υπεύθυνο για την διαχείριση του θανάτου. Θα εξηγήσω σε λίγο ποιο ήταν το προνόμιό τους.

Ζοντερκομάντο

Στο μεταξύ, μια διευκρίνιση: αντίθετα απ’ ό,τι φαντάζεται ο περισσότερος κόσμος, οι ίδιοι οι ναζί δεσμοφύλακες δεν εργάζονταν στη βιομηχανία εξόντωσης. Με 2-3 χιλιάδες νεκρούς τη μέρα, η εργασία απαιτούσε πολυάριθμο προσωπικό, με υψηλό κόστος. Ποιος ο λόγος, όταν έχεις κρατούμενους; Γινόταν λοιπόν επιλογή των πιο χειροδύναμων από αυτούς, που τοποθετούνταν στο Ζοντερκομάντο.

Η δουλειά τους εκεί ήταν να υποδέχονται τους προς εκτέλεση, να τους οδηγούν πρώτα στο θάλαμο αερίων στο υπόγειο, να κόβουν κατόπιν τα μαλλιά των νεκρών γυναικών (χρησιμοποιούνταν για κάλτσες και στρατιωτικές κουβέρτες), να αφαιρούν τα χρυσά δόντια, να κουβαλούν τα πτώματα στο θάλαμο αποτέφρωσης, να συγκεντρώνουν τη στάχτη και να τη ρίχνουν στο ποτάμι και, τέλος, να καθαρίζουν το χώρο για να υποδεχτεί τους επόμενους, πολλές φορές κάθε μέρα.

Όλη αυτή η εργασία έπρεπε να γίνεται με τάξη, χωρίς να προκαλεί υποψίες στους μελλοθάνατους. Δεν είναι ότι θα γλίτωναν το αναπόφευκτο αν αντιδρούσαν, ωστόσο η ροή θα καθυστερούσε. Φρόντιζαν λοιπόν οι ναζί, ειδικά οι νεοαφιχθέντες κρατούμενοι να πιστεύουν ότι οδηγούνταν σε θάλαμο απολύμανσης. Ανάμεσα στους παλιούς κρατούμενους, η φήμη ότι λειτουργούν θάλαμοι αερίων και κρεματόρια είχε μεν διαδοθεί, αλλά με πολλές ασάφειες. Τα μέλη του Ζοντερκομάντο, επτακόσια με χίλια άτομα, ήταν τα μόνα ανάμεσα στα εκατομμύρια που πέρασαν από το Άουσβιτς, που γνώριζαν επακριβώς τι συμβαίνει. Το έβλεπαν, το διαχειρίζονταν, περνούσε καθημερινά από τα χέρια τους.

Κυρίως όμως, γνώριζαν τι θα συμβεί στους ίδιους -να ποιο ήταν το θλιβερό τους “προνόμιο”. Κι αυτό γιατί η σύνθεση του Ζοντερκομάντο άλλαζε σε τακτά διαστήματα, με πρώτη κάθε φορά δουλειά των νέων μελών του να υποδέχονται στο κρεματόριο τα προηγούμενα και να πετάνε τη στάχτη τους στο ποτάμι. Η περιοδική εξολόθρευση της ειδικής ομάδας, εξασφάλιζε ότι κανείς δεν θα έβγαινε από το στρατόπεδο ζωντανός να μεταφέρει έξω τη συγκεκριμένη μαρτυρία.

Τα τέσσερα καρέ που “αφαίρεσε από την κόλαση” ο Αλμπέρτο Ερρέρα. Για προφύλαξη, τις τράβηξε μέσα από το κρεματόριο, για αυτό διακρίνεται το πλαίσιο του παραθύρου ή πόρτας. Η τελευταία φωτογραφία αρ. 283 εστίασε μόνο στα κλαδιά των δέντρων. Φωτ. Wikimedia commons

Η φωτογράφιση 

Και αυτό ακριβώς αποφάσισε να κάνει μια πενταμελής ομάδα Ζοντερκομάντο τον Αύγουστο του 1944. Με τη συνδρομή της πολωνικής αντίστασης (το Άουσβιτς βρισκόταν στην Πολωνία) κατόρθωσε να τραβήξει 4 φωτογραφίες, που κατόπιν έβγαλε έξω. Είναι οι μόνες φωτογραφίες σε ολόκληρη την ιστορία των ναζιστικών στρατοπέδων που δείχνουν σε εξέλιξη τη διαδικασία, μπροστά από τα κρεματόρια.

Στην πρώτη φωτογραφία, μια ομάδα γυναικών έχει μόλις γδυθεί και ετοιμάζεται να μπει στο θάλαμο αερίων. Στις επόμενες δύο, οι ίδιες γυναίκες απανθρακώνονται στο προαύλιο, καθώς εκείνη την περίοδο οι θάλαμοι καύσης (οι “φούρνοι”) ήταν υπερπλήρεις και δεν επαρκούσαν. Η τέταρτη φωτογραφία τραβήχτηκε βιαστικά και πήρε απλώς την κορυφή των δέντρων.

Η φωτογράφιση ήταν μια καταπληκτική, συλλογική δουλειά. Τέσσερα μέλη της ομάδας φυλούσαν τσίλιες, αναζητώντας την κατάλληλη στιγμή. Το θάρρος τους ήταν απαράμιλλο, αφού παρόντες ήταν: ένας SS στο προαύλιο (περίμεναν να γυρίσει την πλάτη του), άλλοι SS σε κοντινό πύργο ελέγχου και φυσικά, πολλά μέλη του Ζοντερκομάντο που δεν ήταν μυημένα.

Το πέμπτο μέλος της ομάδας, κρατούσε τη μηχανή και πήρε τις φωτογραφίες. Αυτός ήταν ο ήρωας Αλμπέρτο Ερρέρα.

Ο Ερρέρα ήταν έφεδρος αξιωματικός του ελληνικού στρατού στον πόλεμο. Μετά την εισβολή της Γερμανίας και την αποστράτευση βγήκε στο Βουνό με τον ΕΛΑΣ. Συνελήφθηκε στις 25 Μαρτίου 1944 και οδηγήθηκε πρώτα στο Χαϊδάρι κι από κει στο Άουσβιτς. Δεν είναι βέβαιο αν τον συνέλαβαν ως Εβραίο ή ως μέλος της Αντίστασης ή και τα δύο. Το όνομά του πάντως στην παρανομία ήταν Αλέκος Μιχαηλίδης. Ως γνωστό, πολλοί Έλληνες Εβραίοι υιοθέτησαν στην Κατοχή ελληνότροπο επίθετο, που δεν θα τους πρόδιδε. Αργότερα, το 1978, ο σύντροφός του στην ομάδα φωτογράφισης, Πολωνός Άλτερ Φάινζιλμπεργκ (Alter Fajnzylberg), τον αναφέρει ως “Alex, the Greek Jew”.

Ο ήρωας Αλμπέρτο Ερρέρα. Φωτ. Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος

Σχεδιάζεται εξέγερση 

Την ίδια περίοδο (Αύγουστος 1944), είχε γίνει φανερό ότι το τέλος του πολέμου πλησίαζε και οι Ζοντερκομάντο άρχισαν να σχεδιάζουν πώς θα γλιτώσουν τη σφαγή, που ήταν βέβαιο ότι θα ξεκινούσε από αυτούς. Απόπειρες απόδρασης είχαν γίνει ξανά, συνήθως από μέλη συνεργείων που εργάζονταν σε εξωτερικούς χώρους. Για να αποδράσουν όμως εκατοντάδες άνθρωποι ταυτόχρονα, χρειαζόταν κάτι πιο μεγάλο και συλλογικό. Μια οργανωμένη εξέγερση.

Εδώ χρειάζεται μια παύση, για να στοχαστούμε τις συνθήκες. Η απόδραση από το Άουσβιτς δεν είχε τίποτα από τον σκληρό ρεαλισμό του “Αλκατράζ” ή την ποιητικότητα της “Στάσης Ρίτα Χέιγουορθ”. Οι κοινοί κρατούμενοι ήταν ζωντανοί νεκροί, σκελετοί με πατούσες πληγιασμένες και πρησμένες από τα άθλια ξυλοπάπουτσα, ανίκανοι να τρέξουν και να αντέξουν πάνω από λίγες ώρες στο δάσος που περιέβαλλε το στρατόπεδο. Μπορούσαν να απομακρυνθούν λίγο, αλλά σε ένα περιβάλλον ξένο και εχθρικό, πολύ σύντομα κατέληγαν νεκροί με μια σφαίρα των SS, που έτρεχαν ξοπίσω τους με σκυλιά.

Άλλο όμως οι Ζοντερκομάντο. Εκείνοι τρέφονταν καλύτερα, επειδή οι Γερμανοί τους χρειάζονταν δυνατούς. Δεν κουβαλάς με τα χέρια δεκάδες πετρωμένα πτώματα καθημερινά, αν είσαι ένας ανήμπορος σκελετός. Επιπλέον, με τα χρυσά δόντια και άλλα πολύτιμα αντικείμενα που κατόρθωναν να απαλλοτριώνουν κάτω από την μύτη της επιτήρησης, προμηθεύονταν στη μαύρη αγορά κονσέρβες, λουκάνικα και άλλα τρόφιμα που ούτε να ονειρευτούν τολμούσαν οι υπόλοιποι κρατούμενοι. Ακόμα, επειδή ο χώρος τους ήταν απομονωμένος από το υπόλοιπο στρατόπεδο είχαν την άνεση να μιλήσουν, να σχεδιάσουν, να οργανώσουν. Ακόμα και οι SS σπανίως έμπαιναν στους κοιτώνες τους και στα κρεματόρια.

Καθώς όμως η εξέγερση, με ευθύνη της πολωνικής αντίστασης, διαρκώς αναβαλλόταν, ο Ερρέρα (που ανήκε στους διοργανωτές της) αποφάσισε να πάρει την τύχη στα χέρια του.

Ελευθερία: ο Ερρέρα αποδρά 

O Σλόμο Βενέτσια (Shlomo Venezia) ήταν Ιταλός εβραίος, γεννημένος στην Θεσσαλονίκη. Μαζί με τον αδελφό και δύο ξαδέλφια του βγήκαν ζωντανοί από το Άουσβιτς. Πέθανε στη Ρώμη, το 2008. Το 2007 περιέγραψε στο συγκλονιστικό βιβλίο του Sonderkommando Auschwitz την τύχη του Ερρέρα μετά τη φωτογράφιση.

Ο Ερρέρα αξιοποίησε το γεγονός ότι οι στάχτες των νεκρών μεταφέρονταν με φορτηγά για να πεταχτούν στο Βιστούλα και στον παραπόταμό του Σόλα. Έτσι εξασφαλιζόταν η εξαφάνισή τους. Σε μια τέτοια αποστολή ρουτίνας στον Σόλα, βρέθηκε στην καρότσα με τον νεαρό συγκρατούμενο Ούγκο Βενέτσια (συνωνυμία με το συγγραφέα) και προσπάθησε βιαστικά να τον κάνει συνεργό στο σχέδιό του: θα χτυπούσαν με τα φτυάρια τους δύο SS που τους συνόδευαν (οδηγό και συνοδηγό) και θα βουτούσαν στο ποτάμι.

Πράγματι, μόλις το φορτηγό σταμάτησε, ο συνοδός στρατιώτης ήρθε από πίσω να ανοίξει την πόρτα. Ο Ερρέρα που τον περίμενε, τον χτύπησε τόσο δυνατά στο κεφάλι με το φτυάρι που τον έριξε κάτω αναίσθητο και αμέσως βούτηξε στο ποτάμι. Αιφνιδιασμένος ο οδηγός κατέβηκε προσεκτικά με προτεταμένο το πιστόλι του, αλλά ο 18χρονος Ούγκο, δικαιολογημένα, δεν μπόρεσε να παίξει το ρόλο του. Είχε παγώσει από τον τρόμο, όπως αφηγήθηκε το ίδιο βράδυ στους υπόλοιπους κρατούμενους.

Ο οδηγός προσπάθησε πρώτα με το πιστόλι να πετύχει τον Ερρέρα που απομακρυνόταν κολυμπώντας, αλλά στάθηκε αδύνατο. Κατόπιν, με το τουφέκι του αναίσθητου συντρόφου του. Ίσως τον τραυμάτισε (ο Ούγκο αυτό είπε στους υπόλοιπους κρατούμενους το ίδιο βράδυ), ίσως όχι. Πάντως ο Ερρέρα κατόρθωσε να εξαφανιστεί. Ακολούθησε τεράστια κινητοποίηση των Γερμανών, που ούτε να διανοηθούν ήθελαν ότι μπορεί να δραπέτευε μέλος του Ζοντερκομάντο, με όσα γνώριζε. Οι σειρήνες ηχούσαν στο στρατόπεδο όλη νύχτα.

Την επομένη, οι φρουροί κατόρθωσαν να πιάσουν τον Ερρέρα. Τον βασάνισαν άγρια και τον σκότωσαν. Το παραμορφωμένο πτώμα του οδηγήθηκε στο Κρεματόριο ΙΙ του Μπίρκεναου για αποτέφρωση. Για παραδειγματισμό, έπρεπε όλοι να περάσουν γραμμή μπροστά του, να το δουν. Όποιος απέστρεφε το βλέμμα, έτρωγε ξύλο.

Το περιστατικό περιγράφουν και τρεις Έλληνες Εβραίοι που επέστρεψαν ζωντανοί: ο Λεών Κοέν, στο βιβλίο του Από την Ελλάδα στο Μπίρκεναου, ο Πέπο Γκατένιο (Προφορικές μαρτυρίες των Ελλήνων της Θεσσαλονίκης για το Ολοκαύτωμα) και ο Ερρίκος Σεβίλλιας (Αθήνα – Άουσβιτς). Η περιγραφή του Κοέν έχει μικρές διαφορές από του Βενέτσια (πχ. ότι ο Ερρέρα τραυματίστηκε σοβαρά από τη σφαίρα, ενώ κολυμπούσε), αλλά είναι από τρίτο χέρι. Αντίθετα, ο Βενέτσια όπως και ο Γκατένιο είχαν την ευκαιρία να την ακούσουν από τον 18χρονο αυτόπτη, Ούγκο. Η περιγραφή του Σεβίλλια έχει κι αυτή διαφορές (πχ. ο Ερρέρα χτύπησε και τους δύο φρουρούς και έτσι κανείς τους δεν τον πυροβόλησε) αλλά όπως και του Κοέν στηρίζεται σε πράγματα που άκουσε από τρίτους, μη αυτόπτες.

Ένα είναι σίγουρο: ο Αλμπέρτο Ερρέρα πέρασε κάποιες από τις τελευταίες ώρες της ζωής του, ελεύθερος.

Τρία συμπεράσματα 

Οι αφηγήσεις των Ζοντερκομάντο που διασώθηκαν, είναι το πιο συγκλονιστικό ανάγνωσμα της ζωής μου. Νόμιζα ότι ήξερα αρκετά για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, έχοντας διαβάσει βιβλία αλλά και συνομιλήσει το 1997 στα Ιωάννινα με μια επιζήσασα του Άουσβιτς. Όταν όμως είδα τι είχαν να πουν οι Ζοντερκομάντο, κατάλαβα ότι λίγα γνώριζα μέχρι τότε. Αυτά που συνέβαιναν στο Άουσβιτς ήταν φρικτά, ναι. Αλλά αυτά που συνέβαιναν μέσα στα κρεματόρια, στην καθημερινή διαχείριση του θανάτου, ήταν “άλλο” κεφάλαιο, τελείως. Το Έβερεστ του απανθρωπισμού.

Δεύτερο: ο Ερρέρα εκτός από ήρωας, ήταν σπουδαίος φωτογράφος. Οι φωτογραφίες που τράβηξε βγήκαν από τα στρατόπεδα πριν τελειώσει ο πόλεμος και είναι οι μοναδικές μαρτυρίες από τη στιγμή της καύσης. Αναρωτιέμαι γιατί το όνομά του δεν αναφέρεται στα λευκώματα με τους πιο μεγάλους φωτογράφους του 20ου αιώνα, τουλάχιστον αυτούς που έκαναν φωτογραφικό ρεπορτάζ. Μάλλον δεν τον αναγνωρίζουν ως συνάφι τους, οι φωτογράφοι και οι επιμελητές εκδόσεων…

Τρίτο: στη Λάρισα, από όσο έψαξα στους χάρτες, δεν υπάρχει οδός Αλμπέρτου Ερρέρα. Μακάρι να κάνω λάθος. Αν όμως ισχύει αυτό, ας ελπίσουμε ότι οφείλεται σε απλή ιστορική αβλεψία. Κι όχι στο ότι ο Ερρέρα ήταν Εβραίος που βγήκε στο Βουνό, δυο “κακά” σ’ ένα, δηλαδή. Ας βρουν λοιπόν οι φίλοι Λαρισαίοι τον τρόπο που θα τιμήσουν το μεγάλο ήρωα της πόλης τους, αλλά κυρίως, το πώς θα μεταφέρουν στους νεότερους τη ζωή του.

ΠΗΓΗ-Νίκος Αλμπανόπουλος

[πρώτη δημοσίευση: Ηπειρωτικός Αγών Ιωαννίνων]

Καύση των νεκρών από τα μέλη του Ζοντερκομάντο. Λεπτομέρεια από το καρέ αρ. 281. Φωτ. Wikimedia commons

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here