Το σχέδιο Μπάιντεν για τους εταιρικούς φόρους

29

Oι αναλυτές ισχυρίζονται ότι το σχέδιο του υποψηφίου για την προεδρία των ΗΠΑ Δημοκρατικού Τζο Μπάιντεν να αυξήσει τους εταιρικούς φόρους θα έχει περιορισμένο αντίκτυπο στα κέρδη των μεγάλων αμερικανικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και αυτός θα φανεί μάλλον το 2022. Αλλες πτυχές του σχεδίου Μπάιντεν, όπως είναι οι φοροαπαλλαγές για νοικοκυριά με χαμηλά ή μεσαία εισοδήματα και οι δημόσιες δαπάνες για τις υποδομές, ίσως να έχουν ως αποτέλεσμα μικρότερες ζημίες από επισφαλή δάνεια και περισσότερα έσοδα από τη χορήγηση πιστώσεων.

Υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, οι τράπεζες στις Ηνωμένες Πολιτείες ευεργετήθηκαν από τις μειώσεις φόρων, ενώ τώρα το να ακολουθηθεί αντίστροφη πολιτική θα μοιάζει δυσοίωνο. Εντούτοις, εξετάζοντας πιο προσεκτικά τι πρόκειται να συμβεί, εάν ο Τζο Μπάιντεν αναδειχθεί νικητής στις εκλογές και οι Δημοκρατικοί ελέγξουν τη Γερουσία, τότε ίσως οι επιπτώσεις να μην είναι τόσο επαχθείς.

Βάσει των όσων μελετά ο κ. Μπάιντεν, ο υφιστάμενος φορολογικός συντελεστής από το 21% θα πάει στο 28%, περιστέλλοντας μόνο τις 7 από τις 14 ποσοστιαίες μονάδες μείωσης επί Τραμπ. Επί του πρακτέου, η αύξηση των 7 μονάδων θα μεταφραστεί, στην περίπτωση της Morgan Stanley σε μία ανά μετοχή μείωση κερδών της τάξεως του 7,4% βάσει των προβλέψεων για το 2021 από την αναλύτριά της, Μπέτσι Γκράσεκ. Από τη Wells Fargo & Co, η εκτίμηση θέλει τη μείωση στο 10,2%, διότι οι περισσότερες από τις δραστηριότητές της βρίσκονται στις ΗΠΑ, ενώ η Citigroup με μεγάλο μέρος των εσόδων της να προέρχεται από τη διεθνή αγορά υπολογίζει τη μείωση μόνον στο 6,5%.

Οι αναλυτές τώρα δεν πιστεύουν πως οι φορολογικοί συντελεστές των επιχειρήσεων θα εκτιναχθούν στα ύψη που προτείνει ο Τζο Μπάιντεν, ακόμη και αν κατορθώσουν οι Δημοκρατικοί να ελέγξουν το Κογκρέσο. «Η οικονομία θα είναι ήδη πολύ ευπαθής εξαιτίας της πανδημίας και δεν ενδείκνυται η τόσο υψηλότερη φορολογία», επισημαίνουν. Η πρόταση Μπάιντεν για φόρο επί των εταιρικών κερδών της τάξεως του 28% θα δεχθεί κριτική, διότι το σύνολο της φορολόγησης σε ομοσπονδιακό, πολιτειακό και τοπικό επίπεδο, που θα βαρύνει τις εταιρείες, θα τις τοποθετεί σε μειονεκτική θέση έναντι των διεθνών ανταγωνιστών τους, οι οποίοι έχουν ελαφρύτερες υποχρεώσεις. Τα σχετικά αναφέρει ο συνδιευθυντής του γραφείου εθνικής φορολογίας της PricewaterhouseCoopers (PwC) στην Ουάσιγκτον, Ρόχιτ Κούμαρ.

Εάν, πάντως, τελικώς εκλεγεί νέος πρόεδρος της Αμερικής ο Τζο Μπάιντεν, τότε οι τράπεζες της χώρας θα βγουν ωφελημένες όχι λόγω φόρων αλλά λόγω έργων υποδομής. Οπως σχεδιάζει ο Δημοκρατικός υποψήφιος, θα διοχετεύσει κεφάλαια για τέτοια έργα στη χώρα, όπερ σημαίνει πως θα διατεθούν χρήματα στις εταιρείες που θα τα αναλάβουν και στους εργαζομένους τους, άρα όλοι τους θα μπορούν ευκολότερα να αποπληρώνουν τα δάνειά τους, όπως παρατηρούν αναλυτές. Οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες είχαν προϋπολογίσει 60 δισεκατομμύρια δολάρια και πλέον, ώστε να αντιμετωπίσουν πιθανές ζημίες από επισφάλειες, αφ’ ης στιγμής εκδηλώθηκε ο ιός.
Εάν τώρα δεν προκύψουν οι ζημίες αυτές, τότε τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα εντάξουν τα προϋπολογισθέντα κεφάλαια στα υπό ανακοίνωση κέρδη τους. Οσο περισσότερα δημόσια κονδύλια δίδονται για έργα υποδομών, τόσο ενισχύεται η ζήτηση για δάνεια και αναθερμαίνεται ο πληθωρισμός. Τα δε υψηλότερα επιτόκια δανεισμού θα τείνουν σε αύξηση των εσόδων των τραπεζών από τις πιστώσεις και τους τίτλους. Συνδυάζοντας, εν κατακλείδι, τα ανωτέρω, όπως παρατηρεί η Μπέτσι Γκράσεκ της Morgan Stanley, η μείωση κερδών κατά 7,4% από τον αυξημένο φόρο μπορεί να αντισταθμιστεί κατά τα δύο τρίτα.

Πηγή: kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here