Το επιβλητικό Κάστρο σε χωριό της Λάρισας – Ένα από τα μεγαλύτερα βυζαντινά κάστρα

748

Είναι ένα από τα μεγαλύτερα βυζαντινά κάστρα της Θεσσαλίας αλλά και όλης της Ελλάδος ,
από το οποίο δυστυχώς σώζεται μόνο τμήμα διπλών τειχών και του φυλακίου του και κυρίως η βορειοδυτική πλευρά του.

Κάστρο σε ερειπιώδη κατάσταση σε βραχώδες ύψωμα βορειοδυτικά από το χωριό Δαμάσι Τυρνάβου. Το ύψωμα δεσπόζει πάνω από τα στενά του Τιταρήσιου ποταμού (παραπόταμου του Πηνειού).

Είναι από τα μεγαλύτερα κάστρα της ηπειρωτικής Ελλάδας, με έκταση που προσεγγίζει τα 45 στρέμματα. Πολύ ασυνήθιστο μέγεθος για οχύρωση που δεν προστάτευε κάποια μεγάλη πόλη ή κάποιο σπουδαίο φρούριο. Αν το συγκρίνουμε με άλλα βυζαντινά ή φράγκικα κάστρα, στην υπόλοιπη Ελλάδα, το μέγεθος είναι τεράστιο.

Αν κρίνουμε από την έλλειψη επαρκών ιστορικών αναφορών για το κάστρο και από την απουσία ευδιάκριτων ερειπίων από κτίσματα στο εσωτερικό του, συμπεραίνουμε ότι, παρά το μέγεθός του, το κάστρο δεν υπήρξε ποτέ κάποια αξιομνημόνευτη πόλη.

Τοποθεσία & Στρατηγική Σημασία

Το κάστρο είναι χτισμένο σε στρατηγικό σημείο. Επιτηρούσε τη στενή στο σημείο αυτό κοιλάδα του Τιταρήσιου ποταμού και τη γνωστή από τον πόλεμο του 1897 κλεισούρα Ρεβένι.

Λόγω της θέσης του κάστρου, ανεξάρτητα από το χρόνο κατασκευής του, υποθέτουμε ότι ο βασικός λόγος ύπαρξής του ήταν η αντιμετώπιση ενός από βορράν κινδύνου.

Ιστορία

Πιθανολογείται ότι στη θέση αυτή υπήρχε η αρχαία πόλη Μύλαι, κάτι που δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο. Πάντως η χρήση υλικού από αρχαία κτίσματα στην τοιχοποιία δηλώνει ότι κάποιο αρχαίο πόλισμα ή φρούριο υπήρχε πράγματι εκεί.

Το κάστρο με τη μορφή που διασώζεται σήμερα είναι μεσαιωνικό, αλλά η χρονολογία κατασκευής δεν είναι γνωστή. Στο διαδίκτυο παρέχεται η πληροφορία ότι κατασκευάστηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ.. Αυτό δεν αποκλείεται, αλλά δεν προκύπτει από πουθενά. Και μάλλον δεν ισχύει.

Το κάστρο παρέμεινε ουσιαστικό άγνωστο για τη βυζαντινή και τη μεσαιωνική ιστοριογραφία. Αναφέρεται από ιστορικές πηγές μία και μοναδική φορά, τον 14ο αιώνα (περισσότερα γιαυτό στη συνέχεια). Αυτό καθιστά προβληματική τη χρονολόγησή του και περιορίζει τις πιθανότητες να χτίστηκε από πολύ παλιά.

Εξ όσων γνωρίζουμε, το κάστρο Δαμασίου δεν έχει μελετηθεί ποτέ σοβαρά. Η έλλειψη αρχαιολογικού ενδιαφέροντος έχει να κάνει αφενός με το γεγονός ότι δεν αναφέρεται από ιστορικές πηγές και αφετέρου με την απουσία μνημείων προς έρευνα στο εσωτερικό. ΄Ετσι δεν υπάρχουν καθόλου σχετικές βιβλιογραφικές αναφορές.

Το βέβαιο είναι ότι δεν συμπεριλαμβάνεται στην πληθώρα των φρουρίων που κατασκευάστηκαν ή επισκευάστηκαν επί Ιουστινιανού, στα μέσα του 6ου αιώνα, καθώς δεν συγκαταλέγεται στα κάστρα της Θεσσαλίας που αναφέρει ο ιστορικός Προκόπιος στο Περί Κτισμάτων έργο του.

To κάστρο του Δαμασίου λοιπόν δεν κτίστηκε τότε. Ούτε τους επόμενους τρεις αιώνες καθώς από το τέλος του 6ου με αρχές του 7ου αιώνα οι Σλάβοι κατέκλυσαν και εγκαταστάθηκαν στην ενδοχώρα της Θεσσαλίας που εισήλθε σε μια σκοτεινή περίοδο λήθης και παρακμής.

Στις αρχές του 10ου αιώνα ο Βούλγαρος ηγεμόνας Συμεών Α’ εκμεταλλευόμενος την εμπλοκή του Βυζαντινού στρατού σε επιχειρήσεις εναντίον των Αράβων στην Μικρά Ασία, προσπάθησε να επεκτείνει τα όρια της επικράτειάς του διεισδύοντας προς νότο. Οι Βυζαντινοί τον αναχαίτισαν τελικά, αλλά οι Βούλγαροι απέκτησαν μια παρουσία στη Δυτική Μακεδονία για πολύν καιρό. Μετά από αυτήν την εξέλιξη, περί το 920, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ρωμανός Λεκαπηνός έχτισε μερικά κάστρα στην περιοχή. Πιστεύεται (χωρίς να είναι απολύτως βέβαιο) ότι τότε δημιουργήθηκαν κάστρα όπως των Μογλενών και των Σερβίων, αλλά και κάποια κάστρα στη Θεσσαλία. Μια πρώτη λοιπόν υπόθεση για τη χρονολογία κατασκευής του κάστρου του Δαμασίου είναι ότι ίσως κτίστηκε στις πρώτες δεκαετίες του 10ου αιώνα για να αντιμετωπισθούν οι επεκτατικές διαθέσεις των Βουλγάρων.

Η βουλγαρική επιθετικότητα στη Θεσσαλία εκδηλώθηκε ξανά προς το τέλος του 10ου αιώνα (με ηγέτη τον τσάρο Σαμουήλ), κορυφώθηκε το 983 με την κατάληψη της Λάρισας, αλλά τερματίστηκε το 997 με τη νίκη του Νικηφόρου Ουρανού στη μάχη του Σπερχειού. Οι επόμενες δεκαετίες ήταν μια περίοδος αναμφισβήτητης κυριαρχίας της κεντρικής Βυζαντινής εξουσίας στην περιοχή. Οι πληθυσμοί των Σλάβων μειώθηκαν καθώς όσοι από αυτούς δεν συμμάχησαν με τους Βουλγάρους αφομοιώθηκαν, ενώ οι υπόλοιποι που δεν είχαν αφομοιωθεί ακολούθησαν την τύχη των Βουλγάρων και εκδιώχθηκαν μετά την οριστική ήττα του Σαμουήλ το 1014.
Παράλληλα έκανε την εμφάνισή του ένα νέο νομαδικό και -περιστασιακά- πολεμικό φύλο, οι Βλάχοι, που αναφέρονται για πρώτη φορά από τις ιστορικές πηγές το 1075. Η εξάπλωση των Βλάχων υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε η Θεσσαλία τους επόμενους τρεις αιώνες αναφέρεται ως «Βλαχία» ή «Μεγάλη Βλαχία» ή «Μεγαλοβλαχία».
Στο μεταξύ, η Κωνσταντινούπολη διένειμε γη στη Θεσσαλία σε διάφορους ευγενείς της αυτοκρατορίας που απέκτησαν το προσωνύμιο Κεφαλάδες. Από εκείνα τα χρόνια αρχίζει και ο κερματισμός της Θεσσαλικής γης σε μεγάλα φέουδα υπό τη διοίκηση ισχυρών οικογενειών. που απέκτησαν πρωτοφανή πλούτο και δύναμη.

Τον 12ο αιώνα στη Θεσσαλία κυριαρχούν μερικές μεγάλες οικογένειες γαιοκτημόνων, αλλά εμφανίζονται και κάποιοι ηγέτες των Βλάχων με πολιτική και στρατιωτική ισχύ και με διασυνδέσεις με την άρχουσα τάξη του Βυζαντίου. Δεν αποκλείεται, εκείνη την εποχή, κάποιος από αυτούς τους τοπάρχες να κατασκεύασε κάποιο κάστρο όπως αυτό του Δαμασίου.

Μετά την Δ’ Σταυροφορία και την άλωση της Πόλης το 1204 από τους Φράγκους, η Θεσσαλία υπήχθη στο φράγκικο «Βασίλειο» της Θεσσαλονίκης. Η Φραγκοκρατία στη Θεσσαλία κράτησε μόλις 18 χρόνια. Στη συνέχεια πέρασε υπό τον έλεγχο του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Μετά τον θάνατο του Δεσπότη Μιχαήλ Β΄ το 1268, ο νόθος γιος του, ο σεβαστοκράτωρ Ιωάννης Α’ Δούκας ίδρυσε ένα αυτόνομο και ανεξάρτητο θεσσαλικό κρατίδιο που περιελάμβανε μεγάλο μέρος της σημερινής ανατολικής Στερεάς Ελλάδας και είχε πρωτεύουσα την Υπάτη. Ο Ιωάννης ήταν αφέντης της περιοχής από το 1263 έως το θάνατό του, το 1289-90. Τον διαδέχτηκε ο γιος του Κωνσταντίνος Δούκας και αυτόν ο Ιωάννης Β’ Δούκας.

Ο Ιωάννης Β’ της Θεσσαλίας απεβίωσε το 1318 χωρίς άρρενες απογόνους, οπότε ξέσπασε πάλη για την εξουσία ανάμεσα σε διάφορους τοπικούς άρχοντες. Ένας από αυτούς ήταν ο Στέφανος Γαβριηλόπουλος που είχε πολλά κτήματα στη δυτική Θεσσαλία και στη νοτιοδυτική Μακεδονία, από τα Τρίκαλα μέχρι την Καστοριά. Ο Γαβριηλόπουλος κάποια στιγμή μεταξύ 1318 και 1325 επεδίωξε της υποστήριξη της Κωνσταντινούπολης αναγνωρίζοντας την επικυριαρχία της στη Θεσσαλία. Ως ανταμοιβή, του δόθηκε ο τίτλος του σεβαστοκράτορος και αναγνωρίστηκε ως κυβερνήτης μεγάλου μέρους της Θεσσαλίας, διατηρώντας σχετική αυτονομία. Όμως η νότια Θεσσαλία και η Στερεά Ελλάδα πέρασε στον έλεγχο του φράγκικου Δουκάτου των Αθηνών.

Η ανάληψη της εξουσίας από τον Γαβριηλόπουλο έχει ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία του κάστρου του Δαμασίου. Το Δαμάσι αναφέρεται για πρώτη και μοναδική φορά από Βυζαντινή πηγή (από τον Ιωάννη Καντακουζηνό) ως «Δαμασίς» και ως ένα από τα κάστρα στη δικαιοδοσία του Γαβριηλόπουλου μαζί με Γόλο, Καστρί, Λυκόστομο, Ελασσόνα, Σταγούς (Καλαμπάκα), Τρίκαλα και Φανάρι. Είναι εξαιρετικά πιθανό το κάστρο Δαμασίου να δημιουργήθηκε επί εποχής Γαβριηλόπουλου, περί το 1330, προκειμένου να προστατευτεί το κρατίδιο τόσο από το νότο, όπου συνόρευε με τους επικίνδυνους Καταλανούς του Δουκάτου των Αθηνών, όσο και από Βορρά από όπου θα μπορούσαν να εισβάλλουν διάφοροι που ορέγονταν την περιοχή (από τους Δεσπότες της Ηπείρου, μέχρι τους Βουλγάρους, αλλά και τους Βυζαντινούς του θέματος Θεσσαλονίκης). Εξάλλου, η κατασκευή κάστρων ήταν ανέκαθεν, εκτός από αμυντική αναγκαιότητα, και μια ματαιόδοξη επίδειξη πλούτου και δύναμης για κάθε τοπικό άρχοντα.

Ο Γαβριηλόπουλος πέθανε το 1333. Αμέσως μετά ο ικανότατος κυβερνήτης του θέματος Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Μονομάχος προλαβαίνοντας τον Δεσπότη της Ηπείρου Ιωάννη Β΄ Ορσίνι κινήθηκε γρήγορα και κατέλαβε την περιοχή για λογαριασμό του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ’ Παλαιολόγου. Ο Μονομάχος έγινε κυβερνήτης της Θεσσαλίας με τον τίτλο Σεβαστός. Έμεινε σε αυτή τη θέση μέχρι το 1342 και αφού μεσολάβησαν πολλά γεγονότα (κατάλυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου, βυζαντινός εμφύλιος κλπ). Το 1342, κυβερνήτης Θεσσαλίας ανέλαβε ο σεβαστοκράτωρ Ιωάννης Άγγελος ο οποίος στον βυζαντινό εμφύλιο που ήταν σε εξέλιξη ήταν με το μέρος του Ιωάννη Καντακουζηνού.

Ο Ιωάννης Άγγελος απεβίωσε το 1348 από την Μαύρη Πανώλη. Μετά το θάνατό του το κρατίδιό του καταλήφθηκε από τον Σέρβο στρατηγό Γρηγόριο Πρεάλιμπο ή Πρελούμπο ή Πρελούμποβιτς που έγινε ο νέος κυβερνήτης. Οι Σέρβοι, εκμεταλλευόμενοι τη συγκυρία με το χάος που επικρατούσε στο Βυζάντιο, είχαν ήδη κατακτήσει από το 1347 το Δεσποτάτο της Ηπείρου με επικεφαλής τον ίδιο τον Στέφανο Δουσάν.

Ακολούθησε μια ταραγμένη περίοδος όπου την εξουσία στη Θεσσαλία είχαν διάφοροι ηγεμονίσκοι Σέρβοι και Έλληνες, ενώ για ένα διάστημα επανήλθε στη δικαιοδοσία του Δεσποτάτου της Ηπείρου, όταν Δεσπότης ήταν ο Θωμάς Πρελούμπος. Οι Τούρκοι ενέσκηψαν για πρώτη φορά το 1393 και οριστικά το 1423.

Το Δαμάσι μετονομάστηκε από τους Οθωμανούς «Τσαΐ Χισάρ» (= κάστρο του ποταμού), αλλά ο οικισμός δεν μακροημέρευσε καθώς η ζωή πάνω στον βράχο ήταν προφανώς δύσκολη και οι κάτοικοι δεν είχαν λόγο να συνεχίσουν να ζουν εκεί πάνω σε μια περίοδο σχετικής ειρήνης. Οπότε πρέπει να εγκαταλείφθηκε σχετικά γρήγορα. Πιθανόν να χρησιμοποιήθηκε περιστασιακά σαν καταφύγιο του πληθυσμού σε ληστρικές επιδρομές.

Ανακεφαλαιώνοντας, οι πιο πιθανές χρονολογίες κατασκευής του κάστρου είναι: 1) στις αρχές στου 10ου αιώνα, μετά τις πρώτες επεκτατικές κινήσεις των Βουλγάρων προς νότο, 2) τον 12ο αιώνα από κάποιον ισχυρό τοπάρχη, 3) τον 14ο αιώνα περί το 1330, επί Γαβριηλόπουλου.
Αν λάβουμε υπόψη μας ότι πολλά παρόμοια κάστρα στην ευρύτερη περιοχή είναι του 10ου αιώνα, θα υιοθετήσουμε με πολλές επιφυλάξεις την πρώτη εκδοχή, δηλαδή ότι ο πιθανότερος χρόνος κατασκευής του κάστρου Δαμασίου είναι ο 10ος αιώνας.

Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

Πρόκειται για μεγάλο κάστρο με περίμετρο τειχών περί τα 1100 μέτρα που περικλείουν μια έκταση 45 περίπου στρεμμάτων.
Το σχήμα του περιβόλου είναι ατρακτοειδές, δηλαδή πλαταίνει στη μέση και στενεύει προς το ΝΑ και ΒΔ άκρο.

Όπως συμβαίνει και σε άλλα Θεσσαλικά κάστρα (π.χ. του Γριζάνου και του Καστρίου) δύο εγκάρσια εσωτερικά τείχη, φέροντα κατά διαστήματα πύργους ημικυκλικής διατομής, χωρίζουν τον οχυρωματικό περίβολο σε τρία τμήματα. Τα δύο πρώτα διατειχίσματα αποτελούσαν το κυρίως φρούριον, ενώ το τρίτο στην κορυφή του λόφου, προς βορρά, ήταν η ακρόπολη του κάστρου με την κατοικία του άρχοντα/διοικητή.

Το τείχος αποτελείται από μικρές ακανόνιστες, ημικατεργασμένες πέτρες που συνδέονται με κονίαμα. Ενδιάμεσα παρεμβάλλονται κομμάτια από κεραμίδια (συνήθης πρακτική για την ενίσχυση του δεσίματος της λιθοδομής). Η κατασκευή δεν είναι ιδιαίτερα προσεγμένη, αλλά ήταν ανθεκτική. Το πάχος των τειχών είναι 1,80μ. Στη βόρεια πλευρά, το τείχος ενσωματώνει αρχαίους δόμους που αποτελούν ένδειξη ότι στη θέση προϋπήρχε, πιθανότατα, τείχος από την αρχαιότητα.

Στο εσωτερικό διακρίνονται ελάχιστα κατάλοιπα κατασκευών, πράγμα που είναι παράξενο για κάστρο αυτού του μεγέθους. Σε άλλα μέρη, οχυρώσεις μικρότερων διαστάσεων περικλείουν ολόκληρες καστροπολιτείες.
Εντός του πρώτου περιβόλου διακρίνονται τα λείψανα μονόχωρου ναϋδρίου που είχε υποστεί πολλές νεώτερες επισκευές. Στον δεύτερο περίβολο, μεταξύ των αμόρφων ερειπίων διακρίνεται δεξαμενή και δύο μικρά μονόχωρα κτίσματα. Τέλος, στην ακρόπολη σώζεται σε κάποιο ύψος διαμέρισμα εξωτερικών διαστάσεων 13✖7.40m και πάχους τοίχων 1m.

Περιμετρικά του τείχους υψώνονται κυλινδρικοί και τετράγωνοι πύργοι. Μόνο ένας από αυτούς όμως παραμένει σε κάποιο ορατό ύψος.

Η μορφή του κάστρου ακολουθεί ένα μοντέλο που φαίνεται ήταν συνηθισμένο στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία κάποια εποχή γύρω στον 10ο αιώνα: Αχανή κάστρα, με εσωτερικούς οχυρωματικούς περιβόλους, χτισμένα σε βραχώδεις λόφους πάνω από πεδινές εκτάσεις, με ισχυρή οχύρωση χωρίς περίτεχνη τοιχοποιία αλλά με πολλούς πύργους και με πολύ ελεύθερο χώρο στο εσωτερικό. Παραδείγματα: το Γριζάνο, τα Μογλενά, τα Σέρβια, το Καστρί Αγιάς και άλλα. Ακόμα και στη FYROM υπάρχουν κάστρα σε αυτό το ιδιαίτερο στυλ. Κάποια από αυτά τα κάστρα εξελίχθηκαν σε ονομαστές πόλεις (Μογλενά, Σέρβια) και άλλα παρέμειναν στην αφάνεια (Δαμάσι, Γριζάνο).

Δεν είναι βέβαιο ποιοι είναι οι λόγοι που ώθησαν τους κτίτορες των κάστρων αυτών να επιλέξουν τόσο μεγάλες διαστάσεις. Ίσως ο αρχικός σχεδιασμός να προέβλεπε ίδρυση μεγάλων πόλεων που να συγκέντρωνε μέσα όλον τον πληθυσμό της υπαίθρου. Σε κάποιες περιπτώσεις το σχέδιο αυτό πέτυχε και σε άλλες όχι (όπως στο Δαμάσι). Το πιο πιθανό όμως είναι ένα μέρος μόνο του κάστρου να προοριζόταν για τον οικισμό (ή για καταφύγιο) ενώ το υπόλοιπο να προοριζόταν για τα κοπάδια! Ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για περιοχές με έντονο αγροτικό χαρακτήρα, όπου τα βοοειδή και τα αιγοπρόβατα ήταν το πιο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο των κατοίκων και ο βασικός στόχος των ληστρικών επιδρομών.

Στο ύψωμα διασώζονται και τα υπολείμματα τουρκικού φυλακίου που λειτούργησε από το 1881 μέχρι τους Βαλκανικούς πολέμους. Το Δαμάσι ήταν τότε πάνω στα σύνορα Ελλάδας Τουρκίας που διαμορφώθηκαν με την συνθήκη της Κωνσταντινούπολης το 1881.

photo
To ανατολικό μισό του κάστρου από βίντεο του G Traveller

Το Κάστρο στην Τέχνη και στο Λόγο

Ο Ιωάννης Καντακουζηνός υπήρξε πρωταγωνιστής των Βυζαντινών εμφυλίων του 14ου αιώνα και αυτοκράτορας το διάστημα 1347-1354. Όταν αναγκάστηκε να παραιτηθεί από το θρόνο, έγινε μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ και συνέγραψε μετά το 1360 ένα ιστορικό έργο, κάτι σαν απομνημονεύματα, με τον τίτλο «Ιστορίαι».

Από το έργο αυτό η αφήγηση που αφορά τον Γαβριηλόπουλο και το Δαμάσι έχει ως εξής: (Ιστορίαι, βιβλίο I, 473-474)

…ο Θετταλίας δεσπόζων τῆς ὁμόρου τῇ Βοτιαίᾳ Γαβριηλόπουλος Στέφανος ὁ σεβαστοκράτωρ ετεθνήκει. Θεσσαλονίκης δε επιτροπεύων εν τῷ τότε ὕπαρχος ὁ Μονομάχος, συνέσει τε ἀγαθός καιπράγμασιν εἰδώς χρῆσθαι, τάτε κατά τάς στρατείας εξησκημένος καιστρατηγεῖν ἱκανός, συνιδών καιρόν εἶναι επιθέσθαι Θετταλίᾳ, ὡς ἂν ὑπαγάγοι βασιλεῖ, στρατιάν ὅσην ενῆν ἀθροίσας εκ Θεσσαλονίκης, εσέβαλεν εἰς αὐτήν, οὖσαν τεταραγμένην διά την τοῦ δεσπόζοντος τελευτήν. Και εἷλε τόν τε Γόλον και Καστρίν και Λυκόστομον πολίσματα αὐτῆς.
Σταγούς δε και Τρίκαλα και Φανάριον και Δαμάσιν και Ελασῶνα, ἃ ὑπό Γαβριηλόπουλον ετέλουν, και ἕτερα φρούριά τινα ὁ τῆς Ἀκαρνανίας ἄρχων ὁ δεσπότης Ἰωάννης ὁ δούξ φθάσας παρεστήσατο ὁμολογίᾳ.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ