Η σκουριά στην ζωή σου

89

Γράφει ο Βαγγέλης Κρικώνης

Αγοράζεις χρόνο για να πουλήσεις το κορμί ή την ψυχή σου;

Παλεύεις, παλεύεις συνεχώς γιατί θέλεις να κερδίσεις τον ίδιο σου τον εαυτό, να τον πείσεις πως είναι ακόμη ζωντανός, πως ακόμη σε περιμένει. Δεν δέχεσαι ακόμη μία αποτυχία στη ζωή σου, γι’αυτό και ξεκινάς να ψεύδεσαι. Αποκτάς συνήθειες που αδυνατείς να δεις πόσο κακό κάνουν σε ‘σένα, μα κυρίως στα άτομα που έχεις δίπλα σου. Δεν μπορείς να μείνεις σε γραμμές που κάποτε διέσχιζες με ευκολία, γιατί πλέον κάθε σύγκρουση κοστίζει.

Η φλόγα που κάποτε έκαιγε το μυαλό σου πλέον έχει κοπάσει, νομίζεις πως πλέον έχεις βρει τον εαυτό σου όταν μια νέα σπίθα σου αλλάζει προσωπείο. Ποιο θα είναι το αποψινό σου θύμα; Θυμάσαι ακόμη γιατί ξεκίνησες να χάνεις την πίστη σου στους ανθρώπους; Πίστευες πως οι άνθρωποι δεν χρειάζονται αφορμές για να κάνουν πράγματα, αρκεί μόνο να τα σιγοψιθυρίσουν στα κατάλληλα άτομα. Κι αν όλα έμοιαζαν με ένα παιχνίδι με τελευταία πίστα την αποφυγή της αποτυχίας, πλέον όλα τα χρώματα του κόσμου σου αιμοραγούν.

Οι άνθρωποι απλώς δεν είναι καλοί. Μπορεί ο ήλιος να φωτίζει τις ζωές τους, αλλά στο σκοτάδι φαίνονται οι ψυχές τους. Κι αυτό το σκότος έχει καταβάλλει τις καρδιές τους, τόσο ώστε να μην ενδιαφέρονται γιατί πιστεύουν πως ό,τι λάμπει είναι χρυσός.

Πες μου μια ιστορία. Κλείσε τα μάτια σου. Δες τον εαυτό σου μες στην ιστορία και ξεκίνα να ζεις μέσα σε αυτήν. Όρισε τον χρόνο ως μία Αυγουστιάτικη νύχτα και την τοποθεσία ως ένα ερημικό νησί με ελάχιστους ανθρώπους. Το νιώθεις έτσι; Νιώθεις το αεράκι να σου δροσίζει την πλάτη και να αναζητείς την συντροφιά στο φως της σελήνης. Λάμπεις, γιατί είσαι ο εαυτός σου. Λάμπεις γιατί τα φώτα των μεγάλων μοδάτων μαγαζιών σου υπενθυμίζουν πως εσύ αναζητείς, το αληθινό φως, όχι εκείνο που απλώς ξεθυμαίνει. Τις βλέπεις; Τις βλέπεις τις αστραπές που ‘ρχόνται καθώς το χέρι μου αγγίζει το πρόσωπο σου, είναι τόσο εύκολο να της δεις αν αφεθείς. Μη κλαις για την φουρτουνιασμένη θάλασσα, θυμήσου πως ο ήχος της κάποτε σε χαλάρωνε παρόλη την ταραχή της. Μερικές φορές απλώς κάνουμε πράγματα γιατί κρύβουμε μέσα μας πληγές που κανείς δεν θα νιώσει.

Η θάλασσα έχει ηρεμήσει και το αλκόολ είναι στο χέρι σου. Ο αέρας απιθώνει πίσω τα μαλλιά σου, γεμίζοντας σου με περίσσια αισιοδοξία για το μέλλον. Ξάπλωσε στην άμμο. Άσε με να φυλάξω τα πόδια σου από το κρύο. Μπορεί να ψεύδομαι γι’αυτό που κρύβεις ανάμεσα τους, γιατί ίσως να αναζητώ και ‘γω το ίδιο φως με εσένα. Αυτοί κι εμείς. Και μετά απ’όλα αυτά είμαι απλώς συνηθισμένοι άνθρωποι. Εγώ και εσύ. Μόνο ο Θεός ξέρει αν είναι αυτό που επιλέξαμε για εμάς. Εμπρός, φώναξε! Είμαι εδώ για να σε ακούσω μόνο για αυτή τη βραδιά. Εμπρός τι περιμένεις; Οι μέρες μου είναι κουραστικές, σκέφτομαι την έλλεψη της τιμής και γεμίζω το στήθος μου με έπαρση. Ίσως όχι σήμερα. Θα μείνω απλώς να δούμε την ανατολή του ήλιου, μονάχα για να αντικρύσω την αντανάκλαση του στα μάτια σου.

Βάδιζε μονάχη και ας ξέρεις κατά βαθός πως ποτέ σου δεν θα είσαι. Πάντοτε θα έχεις κάποιον να σε προστατεύει κι να σου υπενθυμίζει πως το τίποτα για εσένα είναι τα πάντα γι’αυτόν.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here