Ιούλιος: Αυτός δεν είναι μήνας. Είναι ορθάνοιχτο μπαλκόνι στην καρδιά…

1866

Της Μαρίας Γεροφώτη

Μπορεί ο Ιούνιος να σηματοδοτεί ημερολογιακά την έναρξη του καλοκαιριού, αλλά είναι ο Ιούλιος που έχει τη χάρη να χαράσσει το καλοκαίρι στο πετσί σου

Ιούλιος.
Πόδια χωμένα στην καυτή άμμο να αναζητούν ανακούφιση στα νερά που γλύφουν την ακτή.
Η αμηχανία των πρώτων βουτιών. Λευκό δέρμα – καμβάς για τα αμείλικτα πινέλα του ήλιου, παραπανίσια κιλά, παγωμένο νερό. Σε βρίσκουν εκεί, να στέκεσαι με τη στάθμη της θάλασσας στο μπούτι, να αναμετριέσαι με τον εαυτό σου, ένα, δύο, τρία.. πέντε.. δέκα λεπτά, μέχρι που σφίγγεις τα δόντια και αφήνεσαι επιτέλους να σε αγκαλιάσει η θάλασσα, με όλη τη δροσιά και την αλμύρα και την σκληράδα της.
Δέρμα τσιτωμένο, σαν να σε τρυπάνε χιλιάδες βελόνες, κι εσύ ολόκληρη κάτω από το νερό. Η καρδιά να χτυπά ξέφρενα, να σαρώνεις τον βυθό κολυμπώντας, σαν άλλο δελφινοκόριτσο του Βιολάρη, οι αισθήσεις σου σε διέγερση, μπουρμπουλήθρες οξυγόνου δραπέτες από τα χείλη σου, μάχη να “μακρύνει” λίγο ακόμα αυτή η πρώτη βαθιά ανάσα μέχρι την ανάδυση που σε βρίσκει λαχανιασμένη. Εσύ, όμως, ξέρεις. Κάτω από την επιφάνεια, καμιά φορά αναπνέεις καλύτερα.
Μύτη καμένη από τον ήλιο, μάγουλα “αρπαγμένα”, πλάτη και ώμοι στο χρώμα της φωτιάς, κάψα ολούθε. Να μην χωράς πουθενά. Αν δεν έχεις απλώσει έστω και μια φορά παγωμένο γιαούρτι στην πλάτη για ανακούφιση, δεν έχεις υπάρξει ηλιοκαμμένη.
Ξυπόλητη, μαλλιά ξανοιγμένα από τα σκληρά χάδια του ήλιου, φακίδες καλύπτουν κάθε σπιθαμή του κορμιού και του προσώπου. Στολίδια που άλλοτε τα αγαπάς, μουτζούρες που άλλοτε τις νιώθεις σαν μικρά ενοχλητικά αγκάθια.
Κύματα, γλυκιά προσμονή και αδρεναλίνη σαν βλέπεις την κορυφή τους να καταρρέει πάνω σου, άμμος και φύκια στα μαλλιά, γόνατα γδαρμένα.
Σκληρά πέλματα, πέρα δώθε, κοχύλια και “γυαλάκια” της θάλασσας, θαλασσόξυλα. Θησαυροί.
Αλμύρα. Της θάλασσας, του ιδρώτα, των δακρύων. Από όπου κι αν προέρχεται, την νιώθεις πάνω στο δέρμα σου. Την γεύεσαι στα χείλη σου. Στο δέρμα αυτού που λαχταράς.
Βρεγμένα μαλλιά. Να μοσχοβολούν γιασεμί, καρύδα, πράσινο σαπούνι. Και να σου, μια μικρή ατίθαση τούφα τυλιγμένη γύρω από το λαιμό. Τι θράσος!
Γαλάζιο και μπλε. Σε ένα σωρό αποχρώσεις. Του ουρανού και της θάλασσας.
Προκλήσεις. Κάποτε των παιδικών φίλων, τώρα της κόρης σου. Ποιος θα βουτήξει πιο γρήγορα; Πόσα “ψαράκια” μπορείς να κάνεις; Κρατάς την ανάσα σου τόσα δευτερόλεπτα; Πιάνεις άμμο από αυτό το βάθος; Μπορείς να κάνεις έξι κωλοτούμπες σε μια βουτιά;
Η δικιά σου παραλία. Σ’ αυτήν ξεκαλοκαίριαζες. Κι ας αλλάζει γύρω, κι ας έρχονται νέοι “ιδιοκτήτες”. Για σένα είναι η δική σου παραλία πάντα. Εκείνη που σε φιλοξενούσε από παιδί, όταν ακόμα οι επισκέπτες της μετριούνταν στα δάχτυλα των χεριών.
Οι καθιερωμένες βόλτες σε διπλανές παραλίες.
Σε καθεμία και για διαφορετικό λόγο.
Για τους βράχους μες τη θάλασσα, τα καύκαλα αχινών και τα χταπόδια. Για την ψιλή άμμο και τα ξεβρασμένα όστρακα – από αχιβάδες, καλόγνωμες και κυδώνια.
Για τα γαλαζοπράσινα και διάφανα νερά.
Για τα λευκά ολοστρόγγυλα βότσαλα.
Για τα κρινάκια της αμμουδιάς.
Βιβλία. Ιστορίες που ξεπηδούν μέσα από ράχες λίγο πιο βίαια ανοιγμένες. Σελίδες κουρασμένες, νοτισμένες από θαλασσινές σταγόνες. Κόκκοι άμμου – λάφυρα που ανακαλύπτεις στο ξεφύλλισμα.
Μόνη ή με παρέα, στις έντονες ζέστες ή τους αλλοπρόσαλλους αγέρηδες, στα ίδια 50 τετραγωνικά αμμουδιάς που σε υποδέχονται τα τελευταία 40 χρόνια.
Εσένα και τους ανθρώπους σου. Μουσαφίρηδες. Παρέες. Καθημερινές, του σαββατοκύριακου, μόνιμες, εφήμερες, κοντινές, που έρχονται από μακρυά, που λαχταράς να σε επισκεφτούν.
“Όσο πιο μικρές οι πατούσες τους, τόσο πιο μεγάλες οι αγκαλιές”.
Κι εσύ να φυλάς ένα επιπλέον κλείσιμο του ματιού για εκείνους, που ξέρουν να διευρύνουν τον “κανόνα”.
Υγρασία της νύχτας. Να “τρως” τα σεντόνια. Αϋπνίες. Παράθυρα ανοιχτά. Νυχτερινοί ήχοι. Ο βρυχηθμός των κυμάτων που σκάνε με ορμή στην ακτή, η νυχτερινή φλυαρία των γρύλων, τα κουτσομπολιά και τα σούρτα φέρτα των σαμιαμιδιών στους τοίχους. Ακουστικά στα αυτιά, αγαπημένες μουσικές και στίχοι να παίζουν σε επανάληψη, μέχρι να ανταμώσεις τον Μορφέα.
Τζιτζίκια. Αμέτρητα τζιτζίκια. Ωχού, φωνακλάδικα τζιτζίκια, που αφήνουν τα αδειανά “πουκάμισά” τους διάσπαρτα εδώ κι εκεί. Νυχτερινές επιδρομές στην αυλή με την κρυφή ελπίδα πως θα πετύχεις επιτέλους κάποιο σε φάση έκδυσης και μεταμόρφωσης.
Περσείδες. Να επιμένεις να κάνεις ευχές με τα πεφταστέρια του καλοκαιριού, κι ας σου βγάζει η Φυσική τη γλώσσα της κατάμουτρα.
Να σε βρίσκει η ανατολή στην παραλία, να λες την πρώτη καλημέρα με τον συνταξιούχο που ψαρεύει από το προηγούμενο βράδυ, να βλέπεις τον ουρανό να βάφεται πορτοκαλοκόκκινος, μέχρι να ανέβει κάμποσο ο ήλιος.
Να κυνηγάς πανσέληνους που βγαίνουν από το πέλαγος, να θαυμάζεις τη λάμψη τους και τη συντριβή του καθρεφτίσματός τους εκεί που σκάει το κύμα.
Καλοκαιρινά μπουρίνια. Δροσερή ανάπαυλα. Αστραπόβροντα να φωτίζουν τον ουρανό πάνω από τη θάλασσα. Η μυρωδιά της νοτισμένης γης. Ουράνια τόξα. Επιμένουν να σου φορούν ένα χαμόγελο στα χείλη, σαν σκέφτεσαι παιδικά όνειρα για θησαυρούς στις άκρες τους.
Ο πρωινός ελληνικός καφές στη βεράντα, προτού ξυπνήσουν οι υπόλοιποι, παρέα με το μυθιστόρημα που σου κρατάει συντροφιά.
Καρπούζι, βανίλιες, τα τελευταία κεράσια του καλοκαιριού. Και μια ιδέα από φραγκοστάφυλα, κάποτε. Ζουμερές δαγκωματιές στο χρώμα της καρδιάς, χείλη βαμμένα κόκκινα και κάμποσες γλυκές στάλες κρεμασμένες στη γωνία του δεξιού χείλους, έτοιμες να γλυστρίσουν χαμηλά προς το πηγούνι, τον λαιμό. Σαν κάποια φιλιά ενίοτε.
Σύκο. Αυτό δεν είναι φρούτο, είναι χρονομηχανή. Κάθε μπουκιά και νοσταλγία, μια ανάμνηση. Του χωριού της γιαγιάς που πέρασες τα πρώτα σου καλοκαίρια, της θεόρατης συκιάς του πατρικού σου στην οποία ανέβαινες με έναν πήδο από την βεράντα.
Σπιτική μαρμελάδα ροδάκινο, με το μεγάλο κουτάλι απευθείας από το βάζο.
Παγωτό. Αχ, παγωτό. Για το παιδί που κρύβεις μέσα σου, όσοι Φλεβάρηδες και αν περάσουν.
Μελιτζάνες. Γεμιστά. Χωριάτικη. Καγιανάς. Γαριδομακαρονάδα. Όλο το καλοκαίρι γευστικά σε πέντε λέξεις. Με λίγο τσίπουρο χωρίς ή μια παγωμένη μπύρα, στη σκιά ενός πλατάνου, σε μια όμορφη αυλή, αντάμα με 4-5 ακόμη.
Γαύρος ξυδάτος, μελιτζάνες τουρσί, κρίταμα και αμπελοφάσουλα σαλάτα. Όχι από την κουζίνα σου, όχι. Φτάνουν σε σένα από την νησιώτισσα – γειτόνισσα της καρδιάς σου. Δώρα της καρδιάς. Ολάκερο ταξίδι κάμουν. Με κάθε μπουκιά θαρρείς πως ξεκίνησαν από την Κω και ήρθαν σε σένα από κάποια που σε αγαπά. Κι ας περνούν μόνο ένα φράχτη. Τον ίδιο φράχτη που από τότε που είχες την ηλικία της κόρης σου μέχρι και σήμερα, εξακολουθείς να πηδάς για να περάσεις από την μια αυλή στην άλλη. Βλέπεις, μπορεί οι φράχτες να οριοθετούν τις ιδιοκτησίες, μα την καρδιά δεν την περιορίζουν. Ούτε τις καλημέρες. Ούτε τις ιστορίες. Ούτε τις αναμνήσεις. Σε καμιά περίπτωση πάντως, τις γεύσεις. Πάσης φύσεως μοιράσματα, κι ας σας χωρίζουν τρεισήμιση δεκαετίες κι ένας φράχτης. Νούμερα και σίδερα. Ποιος τα συνερίζεται;
Ψητό καλαμπόκι με αλάτι στην άκρη του δρόμου. Το χάι λάιτ του καλοκαιριού.
Μοχίτο κοκτέιλ, “πακέτο” για το σπίτι.
Γλυκό του κουταλιού ντομάτακι.
Μάζεμα ρίγανης. Για τη χωριάτικη σαλάτα, με μπόλικο λάδι και φέτα. Για το ψητό ψωμί στα κάρβουνα. Για τις τηγανητές πατάτες. Ρίγανη για όλο το χρόνο. Για σένα, αλλά και για κάποιους εκλεκτούς. Αν είσαι τυχερή, θα βρεις και τσάι. Μικρές τούφες σε ματσάκια να σε ζεσταίνουν τον χειμώνα με μέλι και λεμόνι.
Κι αν το γαλάζιο είναι το κατεξοχήν χρώμα του Ιούλη, η δικιά σου παλέτα έχει και άλλα χρώματα. Ζωηρό πράσινο του δάσους, βαθύ κόκκινο του άγριου κρίνου της καρδιάς σου, λαμπερό κίτρινο των ηλιοτρόπιων, απόκοσμο μαύρο με πιτσιλιές σαν από γκλίτερ του νυχτερινού ουρανού στα ψηλά, με πρωταγωνιστές τον γαλαξία και τα αστέρια.
Ονειροπόλα, γαρ, δεν έβαλες μυαλό.
Από την παραλία, να βγαίνεις στο βουνό. Από τα κοντοβράκια και τις σαγιονάρες, στα κλειστά παπούτσια και μια ζακέτα. Από την κάψα της αμμουδιάς, στη δροσιά του βουνού. Κι ας κάνεις χιλιόμετρα για να φτάσεις. Λεπτομέρειες, όταν λαχταράς. Ο δρόμος είναι φίλος σου, γνωρίζεστε καλά.
Ξαπόσταμα κάτω από τον παχύ ίσκιο οξιών και πεύκων. Ήλιος σχεδόν κρυμμένος. Αθόρυβο πολύχρωμο πέταγμα πεταλούδων. Ψίθυροι του δάσους. Από πλάσματα υπαρκτά. Από πλάσματα μαγικά. Ιστορίες. Και βρύσες με παγωμένα νερά. Να μπλέκεις την πραγματικότητα με τον μύθο. Και μια χούφτα άνθρωποι που εκτιμάς, δεν χρειάζεσαι παραπάνω. Αγριοφράουλες – αυτές οι μικρές κόκκινες εκρήξεις απόλαυσης στο στόμα σου. Βατόμουρα. Γρατσουνιές στα χέρια, απόδειξη πως “πάλεψες” για δυο χούφτες από δαύτα. Άγριες ορχιδέες, κόκκινοι κρίνοι, νεράγκαθα, αμάραντα, γαϊδουράγκαθα, μπελαντόνες, βουζιές, αφηρημένες παπαρούνες πέραν της ώρας τους. Κι αν έχασες την πρώτη – γιατί η καρδιά σου “σε άφησε” μέσα Φλεβάρη – μια δεύτερη άνοιξη σε περιμένει στα ψηλά του χάρτη, καταμεσής του καλοκαιριού.
Ιούλιος.
Αυτός δεν είναι μήνας.
Είναι ορθάνοιχτο μπαλκόνι στην καρδιά,
μ’ όλους τους Ιούληδες της ζήσης σου
να περνούν μπροστά απ’ τα μάτια σου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ