Λάρισα: Έχ’ς πιδιά; Όχ’. Τρία κουρίτσια μόνο!

1038

Κάποτε, σ’ ένα ορεινό χωριό, Νεζερό το έλέγαν (παλιό όνομα της Καλλιπεύκης), ζούσε ένα αντρόγυνο. Το αντρόγυνο αυτό, είχε δυο παιδιά – ναι, ναι δυο αγόρια!
Με τα χρόνια, παντρεύτηκε το μεγάλο το παιδί κι η γυναίκα του γέννησέ κορίτσι. Χάρηκαν οι παππούδες στο χωριό. Ο παππούς δεν χόρεψε κιόλας από χαρά αλλά δε βαριέσαι, πρώτο εγγόνι είναι, ας είναι και κορίτσι!
Τρεις χρόνους μετά, η νύφη ξαναγεννάει. Παίρνουν τηλέφωνο στο χωριό. Κορίτσι κι αυτό! Στενοχώρια ο παππούς, χαμός! Πάει στου χωράφι και από λίγο πιο πέρα, απ’ το διπλανό χωράφι, τον φωνάζει η ανιψιά του:
-Εεε μπάρμπα! Τι φκιάν’τι; Γέντ’σι η νύφ’ ή ακόμα;
«Δαγκώθηκε» ο παππούς.
-Πάψι, μαρή Στιργιάνου κι έχουμι κουρίτσ’ πάλι!
Πέντε μέρες γεννημένο το εγγόνι και τσιμουδιά ο παππούς, δεν το έλεγε πουθενά! Πολύ έκλαψε γι αυτό, το δεύτερο το εγγόνι, επειδή… γεννήθηκε κορίτσι!
Όσο οι εγγονές μεγάλωναν, ο παππούς έλεγε με πόνο στον γιο του.
-Αχ πιδί μ’, δυο κουρίτσια έχ’ς. Κι τα κουρίτσια θέλ’ν προίκα, κι μεις είμαστι φτουχοί, πώς θα τα παντρέψουμι;
Τον έτρωγε το άγχος!
Τα χρόνια περνούσαν και το κορίτσι το μικρό δέθηκε περισσότερο με τον παππού. Αυτός το είχε μεγάλη αδυναμία και σ’ όλα το υποστήριζε. Χώρια που του έμοιαζε πολύ!
-Όπου πάω, παππού, λέν’ οι γ’ναίκες, ξέρουμι τίνους είσι. Μοιάζ’ς μι τουν παππούς σ’, ίδιου είσι!
Του έλεγε το κορίτσι.
Και οι εγγονές, όμως, πολύ τον πρόσεχαν. Τι κρέμες τον πήγαιναν για τα αρθριτικά, τι εφημερίδες για να διαβάζει, τι λουκούμια με μούστο, που άρεσαν, τι παστά ψάρια, που τα είχε αδυναμία…
Το κορίτσι το μικρό, τράνεψε. Έφτασε να δίνει πανελλήνιες εξετάσεις. Με μεγάλο άγχος κοιτούσε ο παππούς κάθε πρωί την τηλεόραση και ενημερωνόταν για τα θέματα των εξετάσεων. Τα τηλέφωνα παίρνανε φωτιά, για να εμψυχώνει ο παππούς το κορίτσι.
Πέρασε η εγγονή στο πανεπιστήμιο, αλλά… στην Αθήνα. Δεν παρηγοριόταν ο παππούς…
-Ω, μπο, κακό που μας βρήκι! Πού θα πάει, μικρό κουρίτσ’ τόσου μακριά μαναχό τ’; Αχ, δεν είμι κι γω γιρός να σι στείλου μάκου (γριά, προσφώνηση προς τη σύζυγο) να πας μι του κουρίτσ’ μαζί. Έλεγε και ξανάλεγε.
Την έπαιρνε, όμως, τηλέφωνο συνέχεια, λέγοντάς την να μη στενοχωριέται που έφυγε μακριά και πως, «αν δει κι αποδεί, να τα μάσ’ κι να φύγ’»!
Τελικά, καθώς ο παππούς «ζυμώθηκε» με τις εγγονές, τα πόνεσε σαν κορίτσια, τα είδε με άλλη ματιά, τα είδε να σπουδάζουν, να εξελίσσονται και να μην υστερούν σε τίποτα από τα αγόρια! Είδε και να τον φροντίζουν, να τον νοιάζονται σαν μικρό παιδί τώρα που γερνούσε… Αυτό φαινόταν με τον καιρό, με τα χρόνια. Και κυρίως με την τελευταία του κουβέντα λίγο πριν ξεψυχήσει, στο γιο του.
-Τα κουρίτσια κι τα μάτια σ’, να τα έχ’ς κουντά σ’, να μη σιφύγ’ν!

ΒΖΚ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here