Γράφει ο Ψυχολόγος – Σύμβουλος Γάμου Γιάννης Ξηντάρας
Οι περισσότερες σχέσεις δεν τελειώνουν επειδή οι άνθρωποι έπαψαν να αγαπιούνται, αντιθέτως ταλαιπωρούνται γιατί, κάποια στιγμή, έπαψαν να επικοινωνούν πραγματικά. Συνεχίζουν να μιλούν, φυσικά. Ανταλλάσσουν πληροφορίες, οργανώνουν την καθημερινότητα, συζητούν για τα παιδιά, για τη δουλειά, για τους λογαριασμούς, για τις υποχρεώσεις.
Οι λέξεις υπάρχουν, αυτό που λείπει είναι η συνάντηση… Γιατί η επικοινωνία δεν είναι μόνο να ακούει ο ένας τη φωνή του άλλου. Είναι να μπορεί να ακούσει και τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από τις λέξεις. Πόσες φορές, άλλωστε, δεν έχουμε βρεθεί δίπλα σε έναν άνθρωπο που μας άκουγε, αλλά δεν μας καταλάβαινε; Και πόσο διαφορετική είναι η εμπειρία όταν κάποιος μας κοιτάζει με προσοχή και μας κάνει να νιώσουμε ότι αυτό που λέμε έχει χώρο να υπάρξει.
Αυτή είναι η ουσιαστική επικοινωνία: Δεν στηρίζεται μόνο στο να μιλήσω, στηρίζεται εξίσου στο να ακούσω- και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο κομμάτι! Οι περισσότεροι, όταν ο άλλος μιλά, έχουμε ήδη αρχίσει να ετοιμάζουμε την απάντησή μας. Σκεφτόμαστε τι θα πούμε, πώς θα υπερασπιστούμε τον εαυτό μας ή πώς θα εξηγήσουμε τη δική μας πλευρά. Ακούμε για να απαντήσουμε, σπάνια ακούμε για να καταλάβουμε… Κάπως έτσι πολλές συγκρούσεις δημιουργούνται επειδή κανείς δεν αισθάνεται ότι έγινε πραγματικά κατανοητός.
Στις σχέσεις, οι λέξεις έχουν σημασία. Ακόμη μεγαλύτερη σημασία, όμως, έχει ο τρόπος με τον οποίο λέγονται. Η ίδια φράση μπορεί να ακουστεί σαν ενδιαφέρον ή σαν επίθεση. Σαν απορία ή σαν κατηγορία. Σαν πρόσκληση για διάλογο ή σαν προσπάθεια επιβολής. Γι’ αυτό και η επικοινωνία δεν είναι μόνο θέμα σωστών λέξεων. Είναι θέμα πρόθεσης: Θέλω να σε πλησιάσω ή θέλω να σε νικήσω; Θέλω να καταλάβω τι νιώθεις ή να αποδείξω ότι έχω δίκιο; Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα καθορίζουν πολλές φορές την πορεία μιας ολόκληρης συζήτησης.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη: Η ουσιαστική επικοινωνία απαιτεί θάρρος. Χρειάζεται να μπορώ να πω «στενοχωρήθηκα», αντί να θυμώσω. Να παραδεχτώ ότι φοβήθηκα, αντί να επιτεθώ. Να εκφράσω την ανάγκη μου, αντί να περιμένω από τον άλλον να τη μαντέψει. Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο… Η ευαλωτότητα μάς εκθέτει, όμως είναι και ο μόνος δρόμος προς την αληθινή οικειότητα.
Γιατί οι άνθρωποι δεν έρχονται πραγματικά κοντά όταν ανταλλάσσουν επιχειρήματα. Έρχονται κοντά όταν ανταλλάσσουν αλήθειες. Αυτό ισχύει για τα ζευγάρια, για τους γονείς και τα παιδιά, για τους φίλους, για κάθε ανθρώπινη σχέση. Εκεί όπου υπάρχει χώρος να μιλήσουμε χωρίς φόβο και να ακουστούμε χωρίς να κριθούμε, η σχέση δυναμώνει. Εκεί όπου κυριαρχούν οι υποθέσεις, οι ερμηνείες και οι σιωπές, αρχίζουν σιγά σιγά να δημιουργούνται αποστάσεις.
Και οι αποστάσεις δεν εμφανίζονται από τη μία μέρα στην άλλη, χτίζονται μέσα από μικρές, καθημερινές στιγμές που χάθηκαν. Από συζητήσεις που δεν έγιναν ποτέ, άπό συναισθήματα που έμειναν ανείπωτα, άπό παράπονα που κρύφτηκαν πίσω από την ειρωνεία ή την απομάκρυνση… Ίσως τελικά η επικοινωνία να μην είναι απλά μια τεχνική που μαθαίνουμε, αλλά να είναι μια στάση ζωής. Μια καθημερινή επιλογή να συναντήσουμε τον άλλον με περιέργεια αντί για βεβαιότητα, με διάθεση κατανόησης αντί για κριτική και με σεβασμό ακόμη κι όταν διαφωνούμε.
Γιατί οι πιο υγιείς σχέσεις δεν είναι εκείνες στις οποίες οι άνθρωποι δεν συγκρούονται ποτέ. Είναι εκείνες στις οποίες οι άνθρωποι έχουν μάθει να μιλούν, να ακούν και να επιστρέφουν ο ένας στον άλλον, ακόμη και μετά από τις πιο δύσκολες συζητήσεις.
Ίσως, λοιπόν, το μεγαλύτερο δώρο που μπορούμε να προσφέρουμε σε έναν άνθρωπο να είναι η αίσθηση ότι, όταν είναι μαζί μας, μπορεί να μιλήσει ελεύθερα και να νιώσει πως πραγματικά τον ακούσαμε. Γιατί εκεί ακριβώς γεννιούνται η εμπιστοσύνη, η οικειότητα και η αγάπη.


























