Οι Μαύροι Κύκλοι του Κιλελέρ

Σε ένα χωριό του Δήμου Κιλελέρ της Θεσσαλίας, κάποιο καλοκαίρι του Ιούνη του 1946, συνέβη ένα παράξενο πράγμα. Μέσα στα χρυσά σπαρτά τους φύτρωσαν μαύροι κύκλοι, τόσο τέλεια στρογγυλοί που έμοιαζαν σχεδιασμένοι με το χέρι αόρατου διαβήτη. Όσο κι αν έψαχναν οι χωριανοί, ούτε πατημασιά ανθρώπου έβλεπαν, ούτε σημάδι από τρακτέρ, τίποτα που να μπορούσε να εξηγήσει πώς έγιναν. Μονάχα το χώμα μέσα τους ήταν παγωμένο, κι ας έκαιγε ολόκληρος ο κάμπος κάτω από τον Ιούνη, εκείνο το χώμα κρατούσε μια ξένη παγωνιά, λες και δεν ήταν από τούτο τον κόσμο.
Μάταια ρωτούσαν οι χωριανοί τους γεροντότερους κι άδικα ξέθαβαν τις μνήμες. Οι γέροι θυμόντουσαν μονάχα ψίθυρους από τα παιδικά τους χρόνια ιστορίες που άκουγαν στα γόνατα των παππούδων τους, για μια νεράιδα του κάμπου που ξυπνούσε μια φορά κάθε τόσο και έπαιρνε ό,τι της ανήκε. Μα κανείς δεν ήξερε πότε, ούτε πώς, ούτε τι ακριβώς ζητούσε. Οι κύκλοι ήταν για εκείνους ένα ανεξήγητο μυστήριο, σαν όνειρο που το έχεις δει μα δε θυμάσαι.
Όσο περνούσαν οι μέρες, οι κύκλοι πληθαίναν κι ο φόβος φούντωνε, γιατί τα ζώα άρχισαν να χάνονται. Μια νύχτα, ο γέρο Μήτσος έβγαλε την αγελάδα του να βοσκήσει κοντά στον κύκλο. Το ζώο μύρισε το χώμα, τα ρουθούνια του άνοιξαν διάπλατα, κι ύστερα έβαλε μπροστά το πόδι του, σαν να το τραβούσε αόρατο σχοινί. Ο Μήτσος το έσερνε πίσω, μα η αγελάδα ήταν πιο δυνατή. Πάτησε μέσα και τότε το πετσί της άρχισε να κυματίζει, σαν να είχε ζωντανά πράγματα από κάτω. Τα μάτια της βγήκαν από τις κόγχες κι έπεσαν στο χώμα με έναν υγρό παφλασμό, τα κόκκαλα της ράχης της έσπασαν το ένα μετά το άλλο με κρότο σαν ξερά κλαδιά, κι εκείνη βρυχήθηκε όχι σαν αγελάδα, μα σαν άνθρωπος που πνίγεται. Τα πόδια της λύγισαν, το δέρμα της έμεινε πάνω στη γη σαν άδειο σακί και χάθηκε σε μια στιγμή. Ο Μήτσος έμεινε εκεί με το σκοινί στο χέρι, αμίλητος, ώσπου τον βρήκαν το πρωί να κοιτάζει τον κύκλο με μάτια που δεν έβλεπαν πια τίποτα.
Μετά εξαφανίστηκε ο Πέτρος. Ο Πέτρος ήταν δεκαεφτά χρονώ παλικάρι, γεροδεμένο. Τον είδαν το σούρουπο να περπατάει στην άκρη του χωραφιού, σφυρίζοντας παλιούς σκοπούς. Το πρωί η μάνα του τον έψαχνε παντού ώσπου βρήκε τα ρούχα του σε μια στοίβα στην άκρη του μεγαλύτερου κύκλου, προσεγμένα, λες και τα έβγαλε μόνος του για να μπει μέσα. Μέσα στον κύκλο δεν υπήρχε τίποτα. Το χώμα παγωμένο κι απάτητο, δίχως μια χαρακιά, δίχως μια τρίχα, δίχως ίχνος πως πάτησε άνθρωπος εκεί. Ούτε σημάδι πάλης, ούτε κραυγή, ούτε σταγόνα αίμα. Μονάχα ένας τέλειος μαύρος κύκλος να κοιτάζει τον ουρανό σαν μάτι, κι τα ρούχα του Πέτρου να κείτονται σαν πεσμένο δέρμα.
Η μάνα του κάθισε στην άκρη του κύκλου κι έμεινε εκεί τρεις μέρες, αμίλητη, με τα χέρια της απλωμένα πάνω στο χώμα, ώσπου κόλλησαν. Την τράβηξαν τρεις γεροί άντρες κι άφησαν κομμάτια από το πετσί της παγωμένα πάνω στη γη.
Τότε πήγαν να ψάξουν στην παλιά εκκλησία του χωριού, εκείνη που είχαν χτίσει οι προπαππούδες τους με πέτρες απ’ το ποτάμι και ξύλα απ’ τα βουνά και εκεί μέσα βρήκαν αυτό που έψαχναν. Σε μια κρύπτη πίσω από την Αγία Τράπεζα, υπήρχαν παλιά βιβλία με ξεφτισμένα δερμάτινα εξώφυλλα και χειρόγραφα γραμμένα σε γλώσσα που μόνο οι πιο ηλικιωμένοι μπορούσαν να διαβάσουν. Οι τοιχογραφίες στους τοίχους, αν και μισοσβησμένες, έδειχναν τον κύκλο, τη γυναικεία μορφή να απλώνεται σαν ομίχλη πάνω από τα στάχυα, κι από κάτω λέξεις χαραγμένες με κόκκινη μπογιά. Εκεί διάβασαν πως η νεράιδα βγαίνει κάθε εικοσιεπτά χρόνια, πως παίρνει τις φωνές όσων σφυρίζουν ή τραγουδούν τα βράδια, πως παίρνει σάρκα και ανάσα, κι όποιος πατάει στον κύκλο της χάνεται σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Ήταν τότε που ο Αλέκος, δεκαπέντε χρονών παιδί, αποφάσισε να βεβαιωθεί με τα ίδια του τα μάτια. Μια νύχτα βγήκε κρυφά απ’ το σπίτι του, κρύφτηκε πίσω από μια μεγάλη βελανιδιά στην άκρη του χωραφιού, εκεί που φαινόταν ο πιο μεγάλος κύκλος, κι από κει παρακολουθούσε βουβά, με την πλάτη κολλημένη στον κορμό και την ανάσα του κρατημένη σφιχτά. Ξαφνικά, μέσα απ’ το σκοτάδι, είδε έναν σκύλο να πλησιάζει. Τον είδε να μυρίζει το χώμα, να διστάζει, ύστερα να πατάει μέσα στον κύκλο. Τότε το ζώο πάγωσε. Το τρίχωμα του άσπρισε, μα δεν έπεφτε φύτρωνε πίσω, λευκό και σκληρό σαν γυαλί, σκίζοντας το δέρμα του. Ο σκύλος ούρλιαξε, μα ο ήχος έβγαινε σπασμένος, σαν να του είχαν κόψει τον λαιμό. Τα μάτια του θόλωσαν κι έγιναν γαλακτερά, κι ύστερα άρχισαν να ρέουν σαν υγρό κερί προς τα κάτω, αφήνοντας άδειες τις κόγχες. Η ράχη του λύγισε κι έσπασε με έναν βραχνό κρότο, κι η σπονδυλική στήλη βγήκε έξω από το πετσί, άσπρη και γυμνή, παγωμένη. Τα πόδια του βυθίστηκαν στο χώμα, σαν να γινόντουσαν χώμα οι ίδιοι οι μηροί του, σάρκα που μεταμορφωνόταν σε πηλό. Ο σκύλος έπεσε, μα το κορμί του δεν χτύπησε τη γη τον απορρόφησε, κομμάτι κομμάτι, ώσπου έμεινε μονάχα ένας σωρός χώμα, το ίδιο με το υπόλοιπο, σαν να μην πάτησε ποτέ ζωή εκεί.
Με την ψυχή στο στόμα, ο Αλέκος έτρεξε πίσω. Την αυγή πήγε στους γεροντότερους και τους είπε με φωνή σπασμένη όσα είδε. Τότε εκείνοι ένωσαν τα γραπτά της εκκλησίας με την προφορική μαρτυρία του παιδιού, και μαζί, με τη βοήθεια των λίγων που μπορούσαν ακόμα να διαβάσουν τα παλιά κείμενα, έφτιαξαν ένα αρχείο. Αντέγραψαν τα σημαντικότερα κομμάτια σε καινούργια χαρτιά, κατέγραψαν τις ημερομηνίες, τη συχνότητα των εικοσιεπτά ετών, τις προειδοποιήσεις. Τα έβαλαν όλα σε μια ξύλινη θήκη μέσα στην εκκλησία, πίσω από την εικόνα της Παναγίας, για να τα βρίσκουν οι επόμενες γενιές.
Έτσι περίμεναν οι χωριανοί, προσεύχονταν κι έκαναν το σταυρό τους, ώσπου οι κύκλοι χάθηκαν, ο κόσμος ξαναβγήκε τα βράδια και τα παιδιά ξαναγέλασαν. Μα η μαρτυρία του Αλέκου κι όσα έγραψαν έμειναν βαθιά χαραγμένα στην εκκλησία, σαν φυλαχτό και σαν κατάρα.
Ύστερα από εικοσιεπτά χρόνια, το 1973, οι κύκλοι ξαναφάνηκαν. Μα ήταν λίγοι κι αδύναμοι. Η νεράιδα σαν να μην είχε όρεξη, σαν να είχε χορτάσει απ’ την προηγούμενη φορά. Κανένας άνθρωπος δεν εξαφανίστηκε κι ελάχιστα ζώα χάθηκαν, τόσο που οι νέοι άρχισαν να γελάνε και να λένε πως όλα ήταν παραμύθια των γέρων. Μα ένα βράδυ, η παλιά εκκλησία έπιασε φωτιά από μόνη της λες και κάποιο αόρατο χέρι το έκανε. Κανείς δεν είδε πώς άρχισε. Οι φλόγες ανέβηκαν ψηλά, έγλειψαν τις τοιχογραφίες, κατάπιαν τη θήκη με τα χαρτιά, τα βιβλία, όλα. Όσοι έτρεξαν να σώσουν, δεν πρόφτασαν τίποτα. Μονάχα να δουν τον καπνό να υψώνεται σαν μαύρο δέντρο και να σκορπίζει στάχτη στα σπαρτά. Οι γνώσεις χάθηκαν. Οι άνθρωποι που θυμόντουσαν έμειναν λίγοι, γέροι πια, μετρημένοι.
Το 2000 πέρασε σχεδόν απαρατήρητο οι κύκλοι είτε δεν εμφανίστηκαν είτε ήταν τόσο αχνόχρωμοι που μονάχα οι πιο ηλικιωμένοι τους πρόσεξαν, κι εκείνοι κράτησαν το στόμα τους κλειστό, μην τραβήξουν την προσοχή της νεράιδας.
Φτάσαμε λοιπόν στο σήμερα, Ιούνιος του 2026. Ο γέρο Αλέκος, που τώρα έφτασε τα ενενήντα πέντε, σκυφτός σαν γέρικη ιτιά, με κάλεσε κοντά του κάτω από τη μουριά που φύτεψε ο πατέρας του. Με κοίταξε με τα μάτια εκείνα που είχαν δει το ανείπωτο, κι άνοιξε το στόμα του με φωνή που τρίζει σαν παλιό καράβι.
Γράψε, παιδί μου, γράψε όλα όσα θα σου πω, για να μη χαθούν, γιατί εγώ φεύγω και οι νέοι γελάνε και δε θυμούνται. Γράψε για τους μαύρους κύκλους που φύτρωσαν το 1946, για το χώμα που παγώνει μέσα στον Ιούνη, για τον σκύλο που γέρασε κι έλιωσε, και για τον Πέτρο που έβγαλε τα ρούχα του κι έσβησε χωρίς κραυγή. Γράψε για το ’73, που η νεράιδα ήρθε αδύναμη και μονάχα την εκκλησία πήρε, κι έκαψε όσα είχαμε γράψει. Γράψε πως το 2000 δεν έγινε τίποτα, λες και κοιμόταν. Μα γράψε πάνω απ’ όλα πως η νεράιδα βγαίνει κάθε εικοσιεπτά χρόνια, κι ότι το 2027 είναι προ των πυλών, του χρόνου τέτοιον καιρό. Εγώ δε θα είμαι εδώ.
Σταμάτησε, κι έβαλε το χέρι του στο χώμα. Το χέρι του έτρεμε, μα όχι από τα γεράματα από κάτι άλλο.
Με κοίταξε κατάματα.
Οι νέοι γελάνε με τις νεράιδες, μα εσύ γράψε. Οι γνώσεις χάθηκαν στη στάχτη, μόνο εμείς οι γέροι ξέρουμε πια. Όταν φύγουμε κι εμείς, ποιος θα πει στα παιδιά να μη σφυρίζουν τα βράδια; Ποιος θα τους πει να μην τραγουδούν κοντά στα σπαρτά; Ποιος θα τους θυμίσει να μην πατάνε ποτέ στους κύκλους;
Γράφω τώρα, καθώς πέφτει το σκοτάδι στον κάμπο και το τελευταίο φως κάνει χρυσή την κορφή του Κισσάβου. Γράφω για να μη χαθεί αυτή η μνήμη, σαν τη στάχτη που σκόρπισε ο αέρας. Γράφω τη μαρτυρία του γέρου Αλέκου, του παιδιού που είδε με τα μάτια του το απίστευτο και κουβάλησε την τρομάρα του ως τα βαθιά γεράματα. Ξέρω πως όποιος διαβάσει αυτές τις γραμμές, ας θυμηθεί πως η γη θυμάται, πως ο κάμπος δεν ξεχνάει, πως η νεράιδα είναι αληθινή και αν ξαναβγεί, αν ξαναφτιάξει τους κύκλους της, αν δεις παγωμένο χώμα μέσα στο καλοκαίρι, τότε σώπα. Μη σφυρίξεις, μη βγάλεις μιλιά, μην τραγουδήσεις. Πάνω απ’ όλα, μην πατήσεις μέσα. Γιατί η νεράιδα παίρνει τα πάντα, και δε δίνει τίποτα πίσω. Ούτε σάρκα, ούτε φωνή, ούτε ανάμνηση. Μόνο χώμα παγωμένο και σιωπή.
Υστερόγραφο:
Το παραπάνω κείμενο αποτελεί προϊόν φαντασίας και λογοτεχνικής δημιουργίας. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, τοποθεσίες ή γεγονότα είναι συμπτωματική ή χρησιμοποιείται με μυθοπλαστική πρόθεση.
Πηγή:

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ