Ο αντιγριπικός εμβολιασμός είναι ένα από τα σημαντικότερα προληπτικά μέτρα για τη μείωση των επιπτώσεων της γρίπης, μιας οξείας ιογενούς λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος που προκαλείται από τους ιούς της γρίπης τύπου A και B.
Το αντιγριπικό εμβόλιο περιέχει αδρανοποιημένα (νεκρά) ή εξασθενημένα στελέχη του ιού της γρίπης που προβλέπεται να κυκλοφορήσουν τη συγκεκριμένη εποχή.
Η σύνθεσή του αλλάζει κάθε χρόνο σύμφωνα με τις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), ώστε να παρέχει προστασία απέναντι στα επικρατέστερα στελέχη.
Ο ετήσιος εμβολιασμός συνιστάται ιδιαίτερα για τις παρακάτω ομάδες υψηλού κινδύνου:
-
Άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω
-
Βρέφη και παιδιά ηλικίας 6 μηνών έως 5 ετών
-
Ενήλικες και παιδιά (άνω των 5 ετών) με ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω χρόνια νοσήματα ή επιβαρυντικούς παράγοντες:
-
Χρόνια νοσήματα αναπνευστικού, όπως άσθμα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
-
Χρόνια καρδιακά νοσήματα
-
Ανοσοκαταστολή (κληρονομική ή επίκτητη)
-
Μεταμόσχευση οργάνων και μεταμόσχευση μυελού των οστών
-
Μεσογειακή αναιμία, δρεπανοκυτταρική αναιμία ή άλλες αιμοσφαιρινοπάθειες
-
Σακχαρώδη διαβήτη ή άλλο χρόνιο μεταβολικό νόσημα
-
Χρόνια νεφροπάθεια
-
Χρόνιες παθήσεις ήπατος
-
Νευρολογικά-νευρομυϊκά νοσήματα
-
Σύνδρομο Down
-
Έγκυες γυναίκες ανεξαρτήτως ηλικίας κύησης, λεχώνες και γυναίκες που θηλάζουν
-
Άτομα με νοσογόνο παχυσαρκία (ενήλικες: Δείκτη Μάζας Σώματος [ΔΜΣ] >40Kg/m2), παιδιά: ΔΜΣ >95η εκατοστιαία θέση
-
Παιδιά που λαμβάνουν ασπιρίνη μακροχρόνια (π.χ. για νόσο Kawasaki, ρευματοειδή αρθρίτιδα και άλλα)
-
Άτομα που βρίσκονται σε στενή επαφή με παιδιά μικρότερα των 6 μηνών, άτομα που φροντίζουν ή διαβιούν με άλλους που έχουν υποκείμενο νόσημα το οποίο αυξάνει τον κίνδυνο επιπλοκών της γρίπης
-
Κλειστοί ή ευάλωτοι πληθυσμοί, όπως προσωπικό και εσωτερικοί σπουδαστές σχολείων ή σχολών (π.χ. στρατιωτικών και αστυνομικών σχολών), μαθητές και προσωπικό ειδικών σχολείων, κέντρα διαμονής προσφύγων-μεταναστών, καταστήματα κράτησης, άστεγοι και προσωπικό σε χώρους προσωρινής φιλοξενίας τους, νεοσύλλεκτοι (όταν η κατάταξή τους συμπίπτει με την περίοδο της εποχικής γρίπης)
-
Άτομα που διαμένουν σε ιδρύματα χρονίως πασχόντων και μονάδες φιλοξενίας ηλικιωμένων
-
Εργαζόμενοι σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας (ιατρονοσηλευτικό προσωπικό, λοιποί εργαζόμενοι, φοιτητές επαγγελμάτων υγείας σε κλινική άσκηση), σε ιδρύματα χρονίως πασχόντων και μονάδες φιλοξενίας ηλικιωμένων και σε κέντρα διαμονής προσφύγων-μεταναστών
-
Κτηνίατροι, πτηνοτρόφοι, χοιροτρόφοι, εκτροφείς [συμπεριλαμβανομένων εκτροφέων μίνκ (γουνοφόρα θηλαστικά)], εργαζόμενοι σε σφαγεία και γενικά άτομα που έρχονται σε συστηματική επαφή με πτηνά ή χοίρους
Το αντιγριπικό εμβόλιο πρέπει να χορηγείται έγκαιρα και πριν την έναρξη της περιόδου έξαρσης των κρουσμάτων γρίπης, δεδομένου ότι απαιτούνται περίπου 2 εβδομάδες για την επίτευξη ανοσολογικής απάντησης. Κατά προτίμηση, σύμφωνα με την περίοδο έναρξης της έξαρσης των κρουσμάτων στη χώρα μας, ο αντιγριπικός εμβολιασμός οφείλει να διενεργείται από τα μέσα Οκτωβρίου μέχρι το τέλος Νοεμβρίου. Εφόσον ο εμβολιασμός δεν διενεργηθεί τη συνιστώμενη περίοδο, μπορεί να αναπληρωθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της εποχικής γρίπης.
Ο αντιγριπικός εμβολιασμός γενικά περιλαμβάνει 1 μόνο δόση του εμβολίου ετησίως. Ειδικότερα για τα παιδιά και τους εφήβους ισχύουν τα εξής:
TIVe, TIVc
-
Σε βρέφη ηλικίας ≥6 μηνών χορηγείται 0,5 ml (ολόκληρη η δόση), σύμφωνα με τις οδηγίες από επίσημους Ευρωπαϊκούς ή άλλους φορείς φαρμάκων (EMA, FDA, κ.α.).
-
Βρέφη και παιδιά ηλικίας <9 ετών που εμβολιάζονται για πρώτη φορά, ή εκείνα ηλικίας <9 ετών που στο παρελθόν είχαν λάβει μόνο 1 δόση εμβολίου γρίπης χρειάζονται 2 δόσεις αντιγριπικού εμβολίου, με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 28 ημερών.
LAIV
Το τριδύναμο εμβόλιο LAIV χορηγείται ως ρινικό εκνέφωμα 0,1ml σε κάθε ρουθούνι σε παιδιά ηλικίας 2 έως κάτω των 18 ετών. Σε παιδιά ηλικίας <9 ετών που δεν έχουν προηγουμένως εμβολιαστεί κατά της εποχικής γρίπης, πρέπει να χορηγείται μία δεύτερη δόση με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 4 εβδομάδων.
Συγχορήγηση με το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού
Το αντιγριπικό εμβόλιο μπορεί να χορηγηθεί ταυτόχρονα την ίδια ημέρα και σε διαφορετικό ανατομικό σημείο, όπως και οποιαδήποτε άλλη ημέρα πριν ή μετά το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού.
Δεν πρέπει να γίνεται το εμβόλιο σε:
-
Άτομα με σοβαρή αλλεργία σε προηγούμενη δόση ή σε συστατικά του εμβολίου (π.χ. σε πρωτεΐνες αυγού, ανάλογα με το εμβόλιο).
-
Άτομα με οξεία εμπύρετη νόσο (αναβάλλεται έως την ανάρρωση).
Οι παρενέργειες είναι συνήθως ήπιες και παροδικές:
-
Πόνος, ερυθρότητα ή πρήξιμο στο σημείο του εμβολιασμού
-
Ήπιος πυρετός ή κακουχία
-
Σπάνια, αλλεργική αντίδραση.
Όσον αφορά τα οφέλη, ο εμβολιασμός μειώνει την πιθανότητα νόσησης από γρίπη, μειώνει την ένταση των συμπτωμάτων σε περίπτωση νόσησης, προστατεύει τις ευπαθείς ομάδες ενώ παράλληλα μειώνει την πιθανότητα επιπλοκών (π.χ. πνευμονία, νοσηλεία, θάνατο).
Σε κάθε περίπτωση, μόνον ο παιδίατρος για τα παιδιά μέχρι 16 χρονών ή ο θεράπων γιατρός για τους άνω των 16 είναι ο επιστημονικά υπεύθυνος για την επιλογή του είδους του εμβολίου, τον αριθμό των δόσεων, την οδό χορήγησης, αλλά και την εκτέλεση του εμβολιασμού.
Συνιστούμε, τόσο στους επαγγελματίες υγείας όσο και στους συμπολίτες μας, την πιστή εφαρμογή της αναλυτικής εγκυκλίου που κυκλοφόρησε πρόσφατα από το υπ.Υγείας.




























